Ανθρώπινη Ανάπτυξη και Ταξική Πάλη στη Λαϊκή Οικονομία της Βενεζουέλας: To Παράδοξο του «Σοσιαλισμού του Εικοστού Πρώτου Αιώνα» [μέρος β’]

Δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος του επιστημονικού άρθρου «Ανθρώπινη Ανάπτυξη και Ταξική Πάλη στη Λαϊκή Οικονομία της Βενεζουέλας: To Παράδοξο του «Σοσιαλισμού του Εικοστού Πρώτου Αιώνα»» του Manuel Laraburre.

Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.

Ταξική πάλη μέσα στις Σοσιαλιστικές Παραγωγικές Μονάδες

Ένα ακόμα προεξέχον χαρακτηριστικό των ΣΠΜ, είναι η εν εξελίξει αντιπαραθέσεις μεταξύ των εργατών και των κοινοτήτων από την μία, και της κρατικής γραφειοκρατίας από την άλλη. Όπως θα δούμε, οι εργάτες και οι κοινότητες παλεύουν μεταξύ άλλων για ουσιαστική ισότητα, βελτιωμένα εργατικά δικαιώματα, βαθύτερες μορφές δημοκρατίας στους εργατικούς χώρους, καθώς και την εξάλειψη των κοινωνικών διαιρέσεων της εργασίας. Σε αντίθεση με την συνήθη ερμηνεία των παραπάνω ως απλά περιπτώσεων “υπερβολικής γραφειοκρατίας”, “διαπλοκής” ή, “συνέχεια του παλαιού κρατικού μηχανισμού” οι οποίες μπαίνουν στον δρόμο των εργατών, έχει κομβική σημασία να τονιστεί ότι αποτελούν θεμελιωδώς ταξικές αναμετρήσεις. Αυτό, όχι για να εθελοτυφλήσουμε ως προς την παρουσία της γραφειοκρατίας και της διαπλοκής, οι οποίες είναι σαφέστατα ενεργές, αλλά για να τονίσουμε πως η ταξική διάσταση αυτών των αναμετρήσεων είναι η πιο σημαντική. Είναι επίσης σημαντικό, να σημειωθεί πως μόνο σε μία περίπτωση οι αναμετρήσεις που παρατηρήθηκαν είχαν να κάνουν με παραδοσιακά συνδικαλιστικά ζητήματα (εργατικά δικαιώματα), ενώ οι υπόλοιπες βασίζονταν σε πιο ριζοσπαστικές απαιτήσεις, οι οποίες εξέφραζαν μια οξυμένη ταξική αντίθεση εντός των ΣΠΜ. Σε κάθε περίπτωση, το κράτος είναι εκείνο, το οποίο αναδύεται σαν το εμπόδιο στο ξεπέρασμα αυτής της ταξικής αντίθεσης.

Απαντώντας στην ερώτηση μου ως προς το τι θα έκανε την δική της ΣΠΜ πιο επιτυχημένη, η Alegre Ávila μας δίνει μια αρχική αίσθηση των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των εργατών και της διοίκησης:

“Θα ήταν καλό η διοίκηση να βρισκόταν σε ενότητα μαζί μας. Γιατί… για να πετύχουμε στην επαναστατική διαδικασία, θα πρέπει να είμαστε όλοι ενωμένοι. Δυστυχώς, έχουμε διαφορετικό τρόπο σκέψης -ξέρεις αυτό που διαχωρίζει τους ανθρώπους είναι ο διαφορετικός τρόπος σκέψης- αλλά θα έλεγα ότι όλοι θα έπρεπε να έχουμε τον ίδιο, αν αυτός ήταν το να βοηθάς τον διπλανό σου και δυστυχώς οι από πάνω [η διοίκηση], δεν το βλέπει έτσι. Είναι λυπηρό, στ’ αλήθεια.

Όταν ρώτησα αυτή την συμμετέχουσα στην ΣΠΜ πού βασίζεται αυτή η απουσία ενότητας ανάμεσα στους εργαζόμενους και την διοίκηση, μου απάντησε πως δεν έχει να κάνει με το πώς η ΣΠΜ σχετίζεται με τον έξω κόσμο, αλλά με την εσωτερική της οργάνωση. Ο Juan Cortez έδειξε να έχει μια παρόμοια αίσθηση. Όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει κάποιες από τις προκλήσεις που έχει αντιμετωπίσει ως εργάτης σε ΣΠΜ, απάντησε:

Η πρώτη πρόκληση ως τέτοια, είναι το οργανωτικό κομμάτι που έχουμε εδώ, στην ΣΠΜ. Είναι το πρόβλημα που είχαμε από την αρχή. Είναι μια σκληρή διαμάχη. Υπάρχει πολλή γραφειοκρατία, ακόμα σ αυτήν την χώρα. Έχουμε προχωρήσει πολύ, αλλά ακόμα μέσα στα θεσμικά όργανα βρίσκουμε διαβρωμένους ανθρώπους, ας μην πούμε ανθρώπους, αλλά καπιταλιστικό τρόπο σκέψης… και δεν επιζητούν να δώσουν δύναμη στους παραγωγούς, στους εργάτες και σε όλα τα όργανα που πρέπει να επιδίδεται ισχύς… [σαν απάντηση σε αυτό] οργανώσαμε το Συμβούλιο των Εργατών ως τέτοιο, και βρισκόμαστε σε διαμάχη.

Όταν ζητήθηκε να δοθούν συγκεκριμένα παραδείγματα για το πώς η γραφειοκρατία και ο καπιταλιστικός τρόπος σκέψης εκδηλώνονται στην δική του ΣΠΜ, ο Juan αποκαλύπτει για ακόμη μια φορά ένταση ανάμεσα στους εργαζόμενους και την διοίκηση:

Εδώ το βλέπουμε συχνά, δηλαδή ένα άτομο να αρνείται να συζητήσει ένα ζήτημα με τους εργάτες και αντ’ αυτού απλά να πάει στο αφεντικό… για παράδειγμα οι εργάτες αποφασίζουν για κάτι στην συνέλευσή τους και μετά αυτό το άτομο [ένας από τους εργάτες] πάει και το λέει στο αφεντικό, καταλαβαίνεις! Έτσι μετά το αφεντικό δίνει στο άτομο αυτό μια αντιπαραθετική εντολή. Εκεί είναι που ξεκινάνε οι αντιπαραθέσεις και ευτυχώς οι εργάτες έχουν πάρει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλα αυτά.”

Ενδιαφέρον να σημειωθεί σε αυτό το σχόλιο είναι ότι το σενάριο που περιγράφηκε προσομοιάζει πάρα πολύ στην παραδοσιακή τακτική του “διαίρει και βασίλευε” που χρησιμοποιείται από μάνατζερ σε ιδιωτικές εταιρίες. Η βασική διαφορά βεβαίως είναι ότι, επισήμως, “το αφεντικό” (ο Συντονιστής της ΣΠΜ) απαντά στην κρατική γραφειοκρατία, αντί για ιδιώτες ιδιοκτήτες.

Η αντιπαραθετική σχέση που υπάρχει κάποιες φορές μεταξύ των εργατών σε ΣΠΜ και του κράτους είναι επίσης εμφανής και στον τρόπο με τον οποίο η διοίκηση οραματίζεται την σχέση της ΣΠΜ με τους παραγωγούς. Όπως εξηγεί ο Eric Muñoz, η ΣΠΜ του προσπαθεί να αναπτύξει ένα δίκτυο παραγωγών που προσπαθεί να ενσωματώσει τους παραγωγούς στην ίδια την ΣΠΜ. Όπως το θέτει αυτός, “κι αυτοί [οι παραγωγοί] πρέπει να έχουν μια δύναμη μέσα στο εργοστάσιο [την ΣΠΜ]”. “Παρ’ όλα αυτά, η διοίκηση της ΣΠΜ”, συνεχίζει, “έχει μια τεχνοκρατική οπτική στα πράγματα και βλέπει την σχέση μεταξύ της ΣΠΜ και των παραγωγών ως απλά εμπορική. Και ακριβώς αυτή η τεχνοκρατική οπτική”, συνεχίζει ο Έρικ, “μιλάει στο όνομα της επιστήμης και βάζει ότι είναι τεχνικό, αυτά που έμαθαν δηλαδή στο πανεπιστήμιο, πάνω από το ανθρώπινο”.

Τα εργατικά δικαιώματα και η κοινωνική ασφάλιση είναι άλλη μία πηγή εντάσεων. Σε μια ΣΠΜ, όπως αποκάλυψε ένας εργάτης, η διοίκηση δεν είχε πραγματοποιήσει το καθήκον της να παρέχει στους εργάτες μια σειρά από προνόμια, συμπεριλαμβανομένων της υγειονομικής περίθαλψης, της ασφάλισης και του στεγαστικού επιδόματος. Όπως μας περιέγραψε ένας συμμετέχων, η διοίκηση παρακρατεί ένα ποσοστό από τους μισθούς των εργατών κάθε μήνα και το βάζει σε έναν αποταμιευτικό λογαριασμό και σε έναν λογαριασμό στεγαστικού επιδόματος, αλλά οι εργάτες δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε αυτούς τους λογαριασμούς για ένα διάστημα έξι μηνών. Επιπροσθέτως, η διοίκηση δεν παρείχε επαρκή υγειονομική περίθαλψη για τους εργάτες. Οι εργάτες απάντησαν σε αυτήν την κατάσταση κλείνοντας το εργοστάσιο, και απαιτώντας να τους επιστραφούν τα δικαιώματα τους. Όπως το έθεσε ένας εργάτης:

Για παραπάνω από έξι μήνες τους ζητούσαμε εξηγήσεις, αλλά κανείς δεν είχε την αξιοπρέπεια να έρθει να μας τις δώσει. Έτσι αυτός [το κλείσιμο του εργοστασίου] είναι ένας τρόπος να τους πιέσουμε να κάτσουν και να συζητήσουν μαζί μας και να λύσουμε όλα τα προβλήματα που τους παρουσιάζαμε, τα οποία είναι κατ’ ουσίαν οι επικίνδυνες συνθήκες εργασίας

Σχολιάζοντας ειδικά πάνω στα παράπονα για απουσία ασφάλειας και υγειονομικής φροντίδας, ο συμμετέχων συνεχίζει:

Για παράδειγμα, αν κάποιος πάει στην κλινική αλλά δεν έχει κάτι επείγον, δεν εξετάζεται. Για αυτό παλεύουμε. Για να σε εξετάσουν, χρειάζεται να πεθαίνεις. Εδώ [στην ΣΠΜ] θα έπρεπε να έχουμε κάποιον από παραϊατρικό προσωπικό…. πάει μια βδομάδα που ένας φίλος μας πέθανε. Όταν τον έφεραν εδώ πριν πεθάνει, πνιγόταν και χρειαζόμασταν κάποιον… Αυτό είναι που μας οδήγησε σε αυτό [το κλείσιμο του εργοστασίου[ και εμείς [το Εργατικό Συμβούλιο] το αποφασίσαμε όλοι μαζί.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι παρ’ όλο που οι εργάτες στην ΣΠΜ δεν είναι συνδικαλισμένοι, το κλείσιμο του εργοστασίου προσομοίαζε πάρα πολύ σε απεργιακή δράση, αναδεικνύοντας πως οι ταξικές δυναμικές στην ΣΠΜ μπορούν σε φορές, να προσομοιάζουν αυτές που βρίσκονται σε παραδοσιακές καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Επίσης σημαντικό να σημειωθεί είναι ότι, σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση οι συντονιστές δεν συμμετείχαν στο κλείσιμο. Αν και είναι ενδιαφέρον ότι ένας από τους συντονιστές που μίλησα εκείνη την μέρα είπε ότι στήριζε την δράση αυτή, αλλά ένιωθε ότι δεν ήταν αρμοδιότητά του να πάρει θέση σε αυτή την διαμάχη. Τελικώς, όπως μου επικοινώνησε ο Julio Chávez (νομοθέτης της πολιτείας Lara), η διαμάχη λύθηκε μετά από τεταμένες συζητήσεις μεταξύ των εργατών της ΣΠΜ, της κρατικής διοίκησης και κυβερνητικών εκπροσώπων που υποσχέθηκαν να γίνουν δεκτές οι απαιτήσεις των εργατών.

Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας στο εσωτερικό των ΣΠΜ είναι μια άλλη πηγή έκφρασης ταξικών αντιθέσεων μεταξύ των εργατών στις ΣΠΜ και του κράτους. Αντίθετα με την σαφή αποστολή τους, οι ΣΠΜ διατηρούν έναν κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας χαρακτηριστικό των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ο οποίος εμπεριέχει και τον διαχωρισμό μεταξύ διανοητικής και χειρονακτικής εργασίας. Ο Eric Muñoz σχολιάζει πάνω σ αυτό το ζήτημα:

Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας… ένας καταμερισμός μεταξύ αυτών που έχουν την ευθύνη της εκτέλεσης της διανοητικής εργασίας, του σχεδιασμού και της διοίκησης, και αυτών που λογίζονται ως απλά προεκτάσεις μηχανών που δεν σκέφτονται, αλλά απλά εκτελούν τις εντολές άλλων. Έτσι, για να αλλάξουμε αυτές τις σχέσεις,, για να προχωρήσουμε προς την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, πρέπει να εξαλείψουμε τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Να σχεδιάζουμε, να σκεφτόμαστε και να εκτελούμε όλοι. Ας είμαστε όλοι υποκείμενα της παραγωγικής διαδικασίας!

Όταν του ζητήθηκε να επεκταθεί, ο Έρικ υπογράμμισε την σύνδεση μεταξύ των ΣΠΜ, του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και του εκπαιδευτικού συστήματος:

Δεν καταλαβαίνουν [οι διοίκηση] ότι αυτός ο τρόπος οργάνωσης της εργασίας έρχεται από αυτούς τους μαλάκες που ξόδεψαν όλη τους τη ζωή να μελετούν πώς θα οργανώσουν την εργασία ώστε να εκμεταλλεύονται τους εργάτες περισσότερο, όπως ο Φορντ και ο Τέιλορ… Έτσι μετά δημιουργείται μια ένταση μεταξύ αυτών που δίνουν τις εντολές ή αυτών που πιστεύουν ότι είναι αυτοί που πρέπει να κάνουν τον σχεδιασμό, γιατί αυτό είναι αυτό που μάθανε στο πανεπιστήμιο… και οι εργάτες τους λένε όχι.

Ο ένας τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα αυτός ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας παρουσιάζεται στις ΣΠΜ, είναι μέσα από την ύπαρξη σταθερών ιεραρχικών βαθμίδων, όχι μόνο μεταξύ της διοίκησης και των εργαζομένων αλλά επίσης μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, οι διάφοροι εργαζόμενοι πληρώνονται διαφορετικά, ανάλογα με την θέση που κατέχουν. Κάποιες από τις διάφορες θέσεις περιλαμβάνουν χειριστές (αυτοί είναι χειρώνακτες εργάτες, όπως οδηγοί τρακτέρ και χειριστές μηχανών), αναλυτές, επιτηρητές και συντονιστές, οι οποίοι βρίσκονται στην ανώτερη βαθμίδα. Και είναι το κράτος που αποφασίζει τις θέσεις και τους μισθούς, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό βασίζονται στο επίπεδο της επίσημης εκπαίδευσης. Εκείνη την περίοδο, όπως αποκάλυψε ένας συμμετέχων, υπήρχε μια αναλογία περίπου 3 προς 1 μεταξύ του πιο καλοπληρωμένου και του πιο κακοπληρωμένου εργάτη ή υπαλλήλου στη ΣΠΜ, μια κατάσταση που δημιουργούσε πολλές συζητήσεις και ένταση μεταξύ των εργατών.

Σαν απάντηση σε αυτή την κατάσταση, στις 2 από τις 3 ΣΠΜ που επισκέφτηκα, το εργατικό συμβούλιο είχε παρουσιάσει στην διοίκηση μια πρωτοβουλία που λεγόταν ο “αναπόσπαστος εργαζόμενος”. Αυτή η πρωτοβουλία πρότεινε να τερματιστούν οι διακυμάνσεις ανάλογα με την φύση της δουλειάς του καθενός. Αυτό θα σήμαινε ότι όλοι οι εργάτες, ανεξαρτήτως καθηκόντων, θα θεωρούνταν “αναπόσπαστοι εργαζόμενοι” και κατά συνέπεια θα έπαιρναν και τον ίδιο μισθό. Όπως το έθεσε η Marisa Magas, μια εργαζόμενη σε διοικητική θέση, ο στόχος είναι “ο λογιστής και ο οδηγός τρακτέρ να θεωρούνται ίσοι”. Η επιχειρηματολογία της είναι αρκετά πειστική:

Ο χειριστής [ο οδηγός τρακτέρ] φεύγει για την δουλεία στις 4 το πρωί, ενώ εγώ, επειδή έχω τελειώσει κάποιες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ξεκινάω την δουλειά στις 8. Αλλά δεν είμαι ανώτερη του χειριστή, ο οποίος δουλεύει και περισσότερο από μένα.

Αυτό που σχολιάζει η Marisa, αποκαλύπτει μια αναγνώριση ότι η δουλεία που κάνει ένας “αμόρφωτος” οδηγός τρακτέρ δεν είναι λιγότερο σημαντική από την δουλειά ενός εκπαιδευμένου διοικητή. Στην πραγματικότητα, όπως αναγνώρισε η Marisa, με όρους συγκεκριμένων ωρών εργασίας, ο οδηγός τρακτέρ στην πραγματικότητα δουλεύει περισσότερο από αυτήν. Η Marisa καταλήγει το σχόλιο της σε αυτό το θέμα επιτιθέμενη στο επιχείρημα περί αξιοκρατίας το οποίο ορίζει πως αυτοί που έχουν ανώτερη εκπαίδευση αξίζουν μεγαλύτερη ανταμοιβή:

Πρέπει να αλλάξουμε αυτήν την παλιά άποψη, γιατί πολλοί διαπερνώνται από όλο αυτό το ζήτημα με το πτυχίο [πανεπιστημίου] και νομίζουν ότι είναι πάνω από τους υπόλοιπους… σε αυτή την επιχείρηση πρέπει να αντιμετωπίζουμε όλοι ο ένας τον άλλον ως ίσους, είμαστε όλοι ίσοι!

Προφανώς, δεν μοιράζονταν όλοι οι εργαζόμενοι από τους οποίους πήραμε συνέντευξη αυτήν την άποψη. Αρκετοί από αυτούς υποστήριζαν την διαβάθμιση των μισθών, με αναλογία μεταξύ επιπέδου εκπαίδευσης και βαθμού υπευθυνότητας. Ενδιαφέρον είναι πως ακόμα και αυτοί που είχα ολοκληρώσει κατώτερα επίπεδα επίσημης εκπαίδευσης κάποιες φορές υποστήριζαν τις διαβαθμίσεις στους μισθούς, σχολιάζοντας πως αυτοί που είχαν αποκτήσει περισσότερη εκπαίδευση είχαν κάνει μία “θυσία” και συνεπώς άξιζαν να ανταμείβονται περισσότερο. Με δεδομένες αυτές τις διαφορετικές απόψεις, δεν είναι παράλογο ότι μόνο στις 2 από τις τρεις ΣΠΜ που επισκέφτηκα είχε γίνει η πρόταση για τον “αναπόσπαστο εργαζόμενο”. Ακόμα και έτσι, μόνο στις μια από τις 2 ΣΠΜ που είχε γίνει η πρόταση, αυτή συζητούνταν σοβαρά. Το πρόβλημα, σύμφωνα με έναν εργάτη, είναι ότι η διοίκηση δεν εγκρίνει αυτήν την πρωτοβουλία. Στην περίπτωση αυτής της ΣΠΜ (CASQ) αυτό το ρήγμα μεταξύ των εργατών, οι οποίοι ήθελαν μια πιο ισότιμη και δημοκρατική οργάνωση του εργασιακού χώρου, και της διοίκησης που ήθελε να διατηρήσει το status quo, ήτανε άλλη μια από τις δυνάμεις πίσω από το κλείσιμο του εργοστασίου από τους εργάτες, το οποίο αναφέρθηκε παραπάνω.

Ένα άλλο παράδειγμα του πώς οι ταξικές αντιθέσεις εκφράζονται μέσα από αντιπαράθεση των εργατών και της διοίκησης είναι εμφανές στην διαδικασία προσλήψεων των ΣΠΜ. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η δημοκρατική δομή των ΣΠΜ περιλαμβάνει συμμετοχή από τους εργάτες της, κρατικούς διοικητικούς υπαλλήλους, και μέλη των τοπικών κοινοτικών συμβουλίων. Η συμμετοχή και από τα τρία μέρη διευρύνεται και κατά τη διαδικασία προσλήψεων που ακολουθεί η ΣΠΜ. Καθ’ όλη την διάρκεια αυτής της διαδικασίας, βλέπουμε μια διαμάχη μεταξύ του στόχου της ΣΠΜ να βοηθήσει κοινότητες που βρίσκονται σε ανάγκη και της λογικής της αγοράς, η οποία υπαγορεύει πως μόνο αυτοί που είναι ικανοί να φέρουν το μεγαλύτερο πλεόνασμα πρέπει να βρίσκουν εργασία. Για παράδειγμα, για να προσληφθεί ένας νέος εργάτης, αυτός ή αυτή πρέπει πρώτα να προταθεί από το τοπικό κοινοτικό συμβούλιο, το οποίο διαλέγει κόσμο με βάση την ανάγκη. Όταν ένας αριθμός υποψηφίων έχει προταθεί από το κοινοτικό συμβούλιο, γίνεται μια απόφαση πρόσληψης από την ΣΠΜ. Όταν συζητούσαμε με την Ina Perez για το αν υπάρχει όντως μια διάσταση μεταξύ της πρόσληψης στην βάση της ανάγκης και της πρόσληψης με βάση τα προσόντα, απάντησε:

Ναι… εξαρτάται από το για ποιο πράγμα γίνεται η πρόσληψη… Για παράδειγμα, αν είναι ένας μηχανικός, τότε [ο υποψήφιος] πρέπει να είναι καταρτισμένος και -αν έχει και περιορισμένους πόρους- τον προσλαμβάνουμε και γρηγορότερα. Αλλά αν το κριτήριο των περιορισμένων πόρων δεν πληρείται εντελώς, τότε φέρνουμε κάποιον που ξέρει, που έχει εμπειρία σε αυτό τον τομέα. Για άλλες θέσεις… όπως ενός ανειδίκευτου εργάτη [η εμπειρία] δεν έχει σημασία.

Η διαμάχη αυτή μεταξύ της προσπάθειας εύρεσης του πιο καταρτισμένου εργαζόμενου και αυτού που έχει τις περισσότερες ανάγκες είναι παρούσα και κατά την διαδικασία της συνέντευξης. Κατά την διάρκεια της συνέντευξης, όπως εξήγησε ένας άλλος συμμετέχων, η ΣΠΜ δεν ψάχνει μόνο για τις ειδικές ικανότητες ενός υποψηφίου και το πώς αυτές θα ταίριαζαν με το άνοιγμα μιας θέσης, αλλά επίσης και για το βαθμό της ανάγκης του υποψηφίου. Και γι’ αυτό είναι που αναφέρεται στην συνέντευξη ως “κοινωνική συνέντευξη”:

Πραγματοποιούμε μια κοινωνικοοικονομική εκτίμηση. Αυτός είναι ο λόγος που είναι μια κοινωνικοπολιτική συνέντευξη. Είναι μια τεχνική, η “κοινωνική συνέντευξη”… “Πόσα παιδιά έχεις, είσαι μια ανύπαντρη μητέρα ή πατέρας;” και πράγματα όπως αυτό… αν ζει με τους γονείς του. Όλα αυτά λαμβάνονται υπ’ όψιν. Αυτό είναι μια κοινωνική συνέντευξη.”

Όταν ένας καινούριος εργαζόμενος προσληφθεί, η ένταση μεταξύ της κατάρτισης και των αναγκών έρχεται στο προσκήνιο και πάλι. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, είναι η ΣΠΜ ειδικά ο συντονιστής που επικοινωνεί με τον κρατικό μηχανισμό και παίρνει την τελική απόφαση για την πρόσληψη. Και κάποιες φορές, το κοινοτικό συμβούλιο, δεν είναι ικανοποιημένο με την απόφαση που πάρθηκε. Όπως εξήγησε ένας συμμετέχων, τα κοινοτικά συμβούλια έχουν την γνώση ως προς το ποιος από την κοινότητα έχει ανάγκες, αλλά το μοντέλο λήψης αποφάσεων στην ΣΠΜ, επιτρέπει στην διοίκηση να διαλέξει ένα άτομο διαφορετικό από αυτό που διάλεξαν τα κοινοτικά συμβούλια. Το αποτέλεσμα από αυτό ήταν το άνοιγμα πολλών συζητήσεων και διαφωνιών μεταξύ των ΣΠΜ και των κοινοτικών συμβουλίων. Όπως το έθεσε ο Alegre Ávila “δεν έχει υπάρξει πολλή ενότητα… όπως σας είπα, τα κοινοτικά συμβούλια ξέρουν ποιος έχει ανάγκη, αλλά αυτοί από πάνω [η διοίκηση] δεν ξέρουν. Απλά διαλέγουν ένα βιογραφικό, αλλά δεν ξέρουν αν αυτά που λέει το βιογραφικό είναι αλήθεια!” Ο Eric Muñoz σχολιάζει πάνω στο ίδιο ζήτημα:

Επειδή η ΣΠΜ έχει την τελευταία λέξη [στις προσλήψεις], πολλοί που προτείνονται από τα κοινοτικά συμβούλια, και οι οποίοι το έχουν ανάγκη, δεν προσλαμβάνονται… είχαμε εντάσεις για αυτό το ζήτημα, οι οποίες διήρκησαν κάποιο καιρό, επειδή τα κοινοτικά συμβούλια διαμαρτύρονταν ότι παρακάμπτονται, καθώς κάποιοι που προσλαμβάνονται δεν προτείνονται από αυτούς.

Όταν του ζητήθηκε να επεκταθεί, ο συμμετέχων μου είπε ότι ακόμα και αν η ΣΠΜ έχει μια “κοινοτική επιτροπή”, η οποία είναι υπεύθυνη να επικοινωνεί και να απαντά στα κοινοτικά συμβούλια, αυτός που παίρνει την τελική απόφαση δεν είναι αυτή η επιτροπή, αλλά το γραφείο ανθρώπινων πόρων στο διοικητικό επίπεδο της ΣΠΜ. Αλλά όπως το έθεσε, “Οι άνθρωποι σ αυτό το γραφείο είναι ανίδεοι”. Αυτό που συμβαίνει μετά, είναι ότι, όταν το γραφείο ανθρώπινων πόρων παίρνει αποφάσεις που αντιβαίνουν στην βούληση των κοινοτικών συμβουλίων, τότε τα κοινοτικά συμβούλια κατηγορούν την “κοινοτική επιτροπή” της ΣΠΜ, που είναι το όργανο υπεύθυνο για την αλληλεπίδραση μαζί τους. Με άλλα λόγια, τα κοινοτικά συμβούλια, στη βάση όσων μας είπε ένας συμμετέχων, καταλήγουν να κατηγορούν τον λάθος κόσμο. Αυτή η τριβή μεταξύ των κοινοτικών συμβουλίων και των ΣΠΜ γύρω από το θέμα των προσλήψεων κλιμακώθηκε, όταν αρκετά μέλη των τοπικών κοινοτικών συμβουλίων κατέλαβαν μια ΣΠΜ σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς τις επιλογές των προσλήψεων που έκανε η διοίκηση.

Συμπέρασμα

Ξεκίνησα αυτή τη διατριβή περιγράφοντας ό,τι θεωρούσα εγώ ως τις πιο σημαντικές θεωρητικές καινοτομίες του “σοσιαλισμού του 21ου αιώνα”. Κεντράροντας στη Βενεζουέλα, αυτές οι καινοτομίες αποτελούνται από την έμφαση στην ανθρώπινη ανάπτυξη μέσω κοινωνικο-οικονομικών πρωτοβουλιών, καθώς επίσης και την ανάγκη ανάπτυξης μιας κοινωνικής ισχύος μέσω του κράτους, σε αντίθεση με την αδιαφορία ή και την πλήρη εναντίωση σε αυτό. Αφού κατέγραψα σύντομα το ιστορικό της λαϊκής οικονομίας της Βενεζουέλας, παρουσίασα στοιχεία για τις αναδυόμενες Σοσιαλιστικές Μονάδες Παραγωγής, ένα εξαιρετικό παράδειγμα από το οποίο μπορούμε να αξιολογήσουμε τόσο τις κεντρικές διεκδικήσεις του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα όσο και την πραγματική πρόοδο που έχει σημειώσει.

Η έρευνά μου δείχνει ότι η υποβοηθούμενη από το κράτος λαϊκή οικονομία της Βενεζουέλας είναι πράγματι αντιπροσωπευτικό δείγμα ανθρώπινης ανάπτυξης, μέσω του οποίου οι συμμετέχοντες αντιπαρατίθενται στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις με το να εμπεδώνουν νέες αξίες και πρακτικές. Συγκεκριμένα, επιχειρηματολόγησα για το ότι οι συμμετέχοντες μαθαίνουν για τις προσωπικές τους ανάγκες, καθώς επίσης και για τις ανάγκες της κοινότητάς τους, αποκτούν δεξιότητες συλλογικής διοίκησης και ενεργής συμμετοχής -ή αλλιώς “πρωταγωνισμού”- αντιμαχόμενοι τον κοινωνικό διαχωρισμό χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας και την αποξένωση στους χώρους εργασίας. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι πολλές από αυτές τις δεξιότητες τις απέκτησαν μέσω της διαδικασίας της συμμετοχικής δημοκρατίας. Τα αποτελέσματα αυτά της έρευνάς μου παρουσιάζουν μια συνέπεια με τις απόψεις του Lebowitz και άλλων υποστηρικτών του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα, κυρίως ως προς το κατά πόσο το κράτος δεν θα έπρεπε να λογίζεται απλά ως εργαλείο της αστικής τάξης, αλλά και ως η συνάρθρωση ταξικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να αντιπαλέψει το ίδιο το κεφάλαιο.

Ωστόσο, η μελέτη μου επίσης έδειξε ότι η στήριξη της ανθρώπινης ανάπτυξης είναι από ταξικής πλευράς αντιπαραθετική στο κράτος, υπό την έννοια του αγώνα ενάντια στην κρατική γραφειοκρατία. Αυτό αποκαλύπτει ένα κεντρικό παράδοξο στο σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, και συγκεκριμένα ότι το κράτος της Βενεζουέλας καλλιεργεί την ανθρώπινη ανάπτυξη ενώ ταυτόχρονα δυναμώνει τις ταξικές σχέσεις, αποτελώντας έτσι και ένα τεράστιο εμπόδιο για τη συνέχιση των μετασχηματισμών. Αυτό το συμπέρασμα είναι ασυνεπές σε σχέση με τις απόψεις πολλών υποστηρικτών του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα. Για παράδειγμα, παρόλο που ο Lebowitz είναι κατηγορηματικός στη σύνδεση μεταξύ ταξικής πάλης και ανθρώπινης ανάπτυξης1, αποτυγχάνει να δει πώς η ταξική αυτή πάλη συμπεριλαμβάνει και την πάλη ενάντια στο κράτος της Βενεζουέλας. Κάτι παρόμοιο μπορούμε να πούμε και για τη Marta Harnecker, η οποία υποστηρίζει ότι στην περίπτωση της Βενεζουέλας μπορεί κανείς να μιλήσει για “μετάβαση προς” και όχι “αγώνα για” το σοσιαλισμό2.

Τα ευρήματα αυτά, επίσης, δεν είναι εντελώς συνεπή με την άποψη ότι στη Βενεζουέλα παρατηρούμε μια νέα μορφή δυαδικής εξουσίας, κατά την οποία οι νέες δομές του κράτους (π.χ. η λαϊκή οικονομία) τοποθετούνται σε πλήρη αντίθεση με τις παλιές, δημιουργώντας ένα είδος παράλληλου κράτους. Πράγματι, αν κάποιος έχει αυτήν την άποψη, είναι μετά εύκολο να υποτιμήσει τους αγώνες που διεξάγονται μέσα στην ίδια τη λαϊκή οικονομία (το νέο κράτος, δηλαδή) και αποτελούν αποτέλεσμα της διαφθοράς, της γραφειοκρατίας και της κληρονομιάς που έχει αφήσει το παλιό κράτος. Στην τελική όμως, γιατί να παρατηρούνται ταξικές αντιπαραθέσεις στη Βενεζουέλα, αν η λαϊκή οικονομία είναι η έκφραση ενός νέου σοσιαλιστικού κράτους; Ωστόσο, αυτό που προσπάθησα να αποδείξω είναι ότι οι αντιπαραθέσεις αυτές είναι στον πυρήνα τους ταξικές αντιπαραθέσεις, στο ξεπέρασμα των οποίων το κράτος εμφανίζεται και λειτουργεί ως εμπόδιο. Με άλλα λόγια, αν μια νέα μορφή δυαδικής εξουσίας υπάρχει μέσω του κράτους, τότε σε αυτή οι παλιές δομές θα εμφανίζονται ενσωματωμένες στις νέες και το αντίστροφο. Στη Βενεζουέλα, λοιπόν, δεν υπάρχουν δύο κράτη -το παλιό, καπιταλιστικό και το νέο, σοσιαλιστικό- αλλά μάλλον ένα καπιταλιστικό κράτος που εκφράζει διαφορετικές ταξικές αντιθέσεις, σε διαφορετικές χρονικότητες και τοπικότητες, μέσα στη βενεζουελάνικη διαδικασία.

Υπό αυτή την έννοια, αυτό που είναι όντως μοναδικό σε σχέση με τη λαϊκή οικονομία είναι ότι, μέσα στο καπιταλιστικό κράτος, εκφράζει μια οξυμμένη ταξική αντιπαράθεση. Έτσι, νέες μορφές αγώνα πυροδοτούν νέες αξίες και νέες πρακτικές, ενώ οι παλιές αξίες και πρακτικές ταυτόχρονα εμφανίζονται πιο καθαρά και εξαρτώνται από το κράτος για την επιβίωσή τους. Αυτό επίσης σημαίνει ότι αντιπαραθέσεις μεταξύ των συμμετεχόντων στη λαϊκή οικονομία και του κράτους δεν μπορούν να αποφευχθούν. Πράγματι, θα πρέπει να προωθηθούν, αν και ενδεχομένως με νέες μορφές, εάν πρόκειται να συνεχιστεί το πείραμα του “Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα”. Αυτά τα ευρήματα, όμως, καταδεικνύουν και ένα πολύ σημαντικό θεωρητικό καθήκον: το να μελετήσει κανείς και να αντιληφθεί καλύτερα το κράτος της Βενεζουέλας, προκειμένου να μπορεί να κάνει απολογισμό των δυνατοτήτων μετασχηματισμού, αλλά και των ορίων του.

[1] Lebowitz 2003,2005,2006.

[2] Lebowitz 2010, p.62.

Εκτύπωση άρθρου