Ανθρώπινη Ανάπτυξη και Ταξική Πάλη στη Λαϊκή Οικονομία της Βενεζουέλας: To Παράδοξο του «Σοσιαλισμού του Εικοστού Πρώτου Αιώνα» [μέρος α’]

Του Manuel Larrabure
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Historical Materialism, Vol.21, No.3, 2013

Περίληψη

Σε αυτή την εργασία, περιγράφω αυτά που θεωρώ ως τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς ισχυρισμούς και καινοτομίες του λεγόμενου «Σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα» στη Βενεζουέλα. Υποστηρίζω ότι τα παραπάνω χαρακτηρίζονται από μια έμφαση στην ανθρώπινη ανάπτυξη μέσω των πρωτοβουλιών της λαϊκής οικονομίας, και στη σημασία της οικοδόμησης της λαϊκής εξουσίας μέσω του κράτους, και όχι αγνοώντας ή αντιπαλεύοντάς το. Στη συνέχεια παρουσιάζω στοιχεία σχετικά με τις Μονάδες Σοσιαλιστικής Παραγωγής της Βενεζουέλας (Venezuela’s Socialist Production Units), οι οποίες αποτελούν κάποια από τα νεότερα λαϊκά-οικονομικά εγχειρήματα με κρατική στήριξη. Υποστηρίζω ότι, σύμφωνα με την προσέγγιση του σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα, οι Μ.Σ.Π. (SPUs) είναι μέρη όπου προάγεται η ανθρώπινη ανάπτυξη και στα οποία οι συμμετέχοντες μαθαίνουν να αμφισβητούν τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, ενώ παράλληλα εγκαθιδρύουν νέες αξίες και πρακτικές. Ως εκ τούτου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Λαϊκή οικονομία της Βενεζουέλας εκφράζει  οξυμένες ταξικές αντιθέσεις.

Ωστόσο, η περιπτωσιολογική μελέτη μου δείχνει επίσης ότι το να συμβαδίζεις με την ανθρώπινη ανάπτυξη είναι ένας ταξικός αγώνας που στρέφεται κατά του κράτους. Αυτό αποκαλύπτει μια κεντρική θεωρητική και πρακτική παραδοξότητα του σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα∙ δηλαδή ότι, παράλληλα με την στήριξη των πρωτοβουλιών που αμφισβητούν το κεφάλαιο, το κράτος της Βενεζουέλας αναδύεται επίσης ως ένα σημαντικό εμπόδιο για την υπέρβαση των ταξικών σχέσεων. Αυτό, υποστηρίζω, δεν συμπίπτει απολύτως με τις απόψεις πολλών θεωρητικών του σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα, οι οποίοι κατανοούν τη λαϊκή οικονομία της Βενεζουέλας ως την οικοδόμηση μιας νέας μορφή δυαδικής εξουσίας ή ενός παράλληλου κράτους, και ως εκ τούτου υποβαθμίζουν τη σημασία των αγώνων ενάντια στο κράτος εντός των ίδιων των μορφών λαϊκής οικονομίας. Η στρατηγική επίπτωση είναι ότι οι συγκρούσεις μεταξύ των συμμετεχόντων στη λαϊκή οικονομία και το κράτος δεν μπορούν να αποφευχθούν, και μάλιστα θα πρέπει να ενισχυθούν, εάν το σχέδιο για το σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου αιώνα πρόκειται να συνεχιστεί.

Λέξεις-κλειδιά

Σοσιαλισμός του εικοστού πρώτου αιώνα, Βενεζουέλα, λαϊκή οικονομία, Λατινική Αμερική, ανθρώπινη ανάπτυξη, Ούγκο Τσάβεζ, συνεταιρισμοί, δυαδική εξουσία

Εισαγωγή: η Βολιβαριανή Επανάσταση και ο «σοσιαλισμός του εικοστού πρώτου αιώνα»

Η εκλογή του Ούγκο Τσάβες για τη προεδρία της Βενεζουέλας το 1998 ήταν το ξεκίνημα ενός κύματος αριστερών και κεντροαριστερών κυβερνήσεων, οι οποίες μέσα σε λίγα χρόνια κατάφεραν να αναλάβουν καθήκοντα στη Λατινική Αμερική. Αν και συλλογικά γνωστές ως «ροζ παλίρροια» της περιοχής, αυτές οι νέες κυβερνήσεις δεν μπορεί να ειδωθούν ως έχουσες τις ίδιες πολιτικές γραμμές. Ανατρέποντας την ανάλυση του Jorge Castaneda[1], ο Michael Lebowitz χωρίζει εύστοχα αυτά τα καθεστώτα σε δύο: τα καλά και το κακά[2]. Η πρώτη περιγραφή αναφέρεται σε αυτές που βρίσκονται πιο κοντά στο κέντρο του πολιτικού φάσματος και οι οποίες παραμένουν στα «καλά βιβλία» της Ουάσιγκτον, ενώ η δεύτερη αναφέρεται σε εκείνες με εντονότερες ριζοσπαστικές τάσεις. Μεταξύ των «κακών», μας λέει ο Lebowitz επιδοκιμαστικά, είναι οι κυβερνήσεις του Εκουαδόρ, της Βολιβίας και της Βενεζουέλας, με τι δύο τελευταίες πια να κάνουν ανοιχτά έκκληση για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό.
Ο οικονομικός αντίκτυπος των Νέων Αριστερών κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής δεν ήταν ασήμαντος. Όπως πρόσφατη έρευνα αποκαλύπτει, η φτώχεια και η ανισότητα στην περιοχή έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα της ισχυρής ανάπτυξης και της αύξησης την δημόσιων κοινωνικών δαπανών[3]. Στη Βενεζουέλα, συγκεκριμένα, από τα δεδομένα των Εκθέσεων για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη των Ηνωμένων Εθνών προκύπτει ότι, για την περίοδο μεταξύ 2001 και 2009, η χώρα γνώρισε μια σημαντική μείωση της ανισότητας και, σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία, είχε τη χαμηλότερη τιμή του δείκτη Gini στην ευρύτερη περιοχή[4]. Επιπλέον, οι δείκτες της φτώχειας και της ανεργίας, αν και κυμαινόμενοι σημαντικά κατά καιρούς, σημείωναν συνεχή πτώση από τότε που ο Τσάβεζ ανέλαβε τα καθήκοντά του, καθώς τα δημόσια έξοδα και οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνονταν[5].

Βέβαια, ορισμένες από τις εν λόγω θετικές αλλαγές στη Βενεζουέλα είναι δυνατόν να αποδοθούν στην πληθώρα αντι-νεοφιλελεύθερων κοινωνικών προγραμμάτων που είχαν στόχο να βοηθήσουν τον πληθυσμό της χώρας που βρίσκεται σε μεγαλύτερη ανάγκη, και ιδιαίτερα στις κοινωνικές «αποστολές» με βάση την κοινότητα ανά περιοχές σε τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση. Ωστόσο, η «Βολιβαριανή Επανάσταση της Βενεζουέλας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλό αντι-νεοφιλελευθερισμό. Από το 2005, η κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της Βενεζουέλας έχουν ανοιχτά ξεκινήσει ένα σχέδιο για τη μετάβαση σε αυτό που αποκαλούν «σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου αιώνα». Σε αντίθεση με τα παραδείγματα του «σοσιαλισμού του εικοστού αιώνα», όπως η Κούβα και η Σοβιετική Ένωση, τα οποία έδιναν έμφαση στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής μέσω της κεντρικής κρατικής εξουσίας, στο επίκεντρο της Βολιβαριανής Επανάστασης είναι η ανάπτυξη της «λαϊκής εξουσίας», τόσο σε επίπεδο χώρου εργασίας όσο και σε επίπεδο κοινότητας. Αυτό προωθείται μέσω της κοινωνικής ή «λαϊκής» οικονομίας της χώρας, η οποία περιλαμβάνει μια ποικιλία νέων δημοκρατικών οργανισμών και ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων συνεταιρισμών, κοινοτικών συμβουλίων και  συνεργατικών επιχειρήσεων.

Αυτή η νέα μετάβαση στο σοσιαλισμό γίνεται αντιληπτή από το  Lebowitz ως ένα τρίγωνο που περιλαμβάνει την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, την κοινωνική παραγωγή οργανωμένη από τους εργάτες και την παραγωγή με βάση τις κοινωνικές ανάγκες και σκοπούς[6]. Πρώτον, η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής εξασφαλίζει ότι η κοινή, κοινωνική παραγωγικότητα κατευθύνεται στην ελεύθερη ανάπτυξη όλων, αντί να στοχεύει στην ικανοποίηση των ιδιωτικών στόχων των καπιταλιστών, των ομάδων παραγωγών, ή των κρατικών γραφειοκρατών. Δεύτερον, η κοινωνική παραγωγή, οργανωμένη από τους εργάτες, τους επιτρέπει να αναπτύξουν τις ικανότητές τους  συνδυάζοντας σκέψη και δράση στο χώρο εργασίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να παράγουν όχι μόνο πράγματα, αλλά και να επαναπλάθουν τους εαυτούς τους ως συνειδητοί συλλογικοί παραγωγοί. Τρίτον, η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και σκοπών είναι ο απαραίτητος στόχος της παραγωγικής δραστηριότητας στη νέα κοινωνία, διότι μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την ιδιοτέλεια και τον εγωισμό σε έναν προσανατολισμό προς τις ανάγκες των άλλων και τις σχέσεις αλληλεγγύης.

Για το Lebowitz, ο σοσιαλισμός του εικοστού πρώτου αιώνα, επομένως, επικεντρώνεται στην έννοια της ανθρώπινης ανάπτυξης μέσω της πράξης, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι ταυτόχρονα αλλάζουν τους εαυτούς τους, παράλληλα με τις συνθήκες τους, παραφράζοντας την τρίτη θέση του Μαρξ για τον Feuerbach[7]. Με άλλα λόγια, ο σοσιαλισμός δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά είναι μάλλον μια διαδικασία για την καταστροφή του παλιού, χτίζοντας νέες ανθρώπινες οντότητες[8]. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει η δημοκρατία στην παραγωγή, μέσω πειραμάτων αυτοδιαχείρισης και συνδιαχείρισης. Μέσω αυτών των πρωτοβουλιών, συνεχίζει ο Lebowitz, οι άνθρωποι μπορούν να εμπνευστούν από τους κρυμμένους ανθρώπινους πόρους και ικανότητες και να αρχίσουν να εξαλείφουν τη διαίρεση μεταξύ της διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, που είναι ένα μεγάλο χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού χώρου παραγωγής[9].

Με παρόμοιο τρόπο, o Víctor Álvarez, ίσως το πιο κεντρικό πρόσωπο στο πλαίσιο της κυβέρνησης της Βενεζουέλας για την προώθηση της λαϊκής οικονομίας, αντιλαμβάνεται τις συνεργατικές επιχειρήσεις ως κλειδί για την μετατροπή του καπιταλισμού στη Βενεζουέλα, καθώς επιτρέπουν στον άνθρωπο να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές του μέσω παραγωγικών δραστηριοτήτων διαποτισμένων με κοινωνικές έννοιες και αξίες[10]. Υποστηρίζοντας την άποψη αυτή, ο G. Wilpert  προσεγγίζει τις πρωτοβουλίες κοινωνικής οικονομίας της Βενεζουέλας ως το έμβρυο ενός νέου σοσιαλιστικού κράτους, που χαρακτηρίζεται από τις αναδυόμενες αξίες της συμμετοχικής δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης[11]. Από την πλευρά της, η Μάρτα Χάρνεκερ υπερτονίζει και υπερθεματίζει οργανισμούς, όπως τα κοινοτικά συμβούλια, καθώς αποτελούν μια νέα κατάσταση που έχει αρχίσει να γεννιέται από τα κάτω[12].

Αυτό μας οδηγεί στην άλλη βασική πτυχή του σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα, που πραγματεύεται το ρόλο του κράτους στη διαδικασία της μετάβασης. Για πολλούς υποστηρικτές του εγχειρήματος της Βενεζουέλας, το κράτος γίνεται αντιληπτό, με ένα τρόπο που απορέει από την προσέγγιση του Ν. Πουλαντζά, ως άρθρωση των ταξικών δυνάμεων, και όχι απλά ως ένα όργανο της καπιταλιστικής τάξης που πρέπει να πολεμηθεί[13]. Κατά συνέπεια, η προσέγγιση αυτή διαφέρει από την κλασική στρατηγική της «δυαδικής εξουσίας», που αναπτύχθηκε από τον Λένιν, η οποία, όπως ισχυρίζεται ο  Πουλαντζάς, χαρακτηρίζεται από μια μετωπική επίθεση κατά του κράτους από «τα έξω»[14]. Αυτό το «έξω», συνεχίζει ο Πουλαντζάς, αποτελείται από μια αντι-εξουσία οικοδομημένη από την οργάνωση των λαϊκών μαζών, η οποία υφίσταται  παράλληλα με το καπιταλιστικό κράτος και αναπτύσσεται σε ισχύ έως ότου δημιουργηθεί μια κρίση της δυαδικής εξουσίας. Μόλις αυτή η κρίση αναδυθεί, το καπιταλιστικό κράτος συντρίβεται και αντικαθίσταται από την ήδη υπάρχουσα λαϊκή εξουσία. Τότε, αυτό το νέο κράτος γίνεται το μέσο που χρησιμοποιείται από την πρωτοπορία της επανάστασης για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η πουλαντζιανή προσέγγιση που χρησιμοποιείται από τους υποστηρικτές του σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα διαφέρει επίσης από την άποψη ότι το κράτος είναι δυνατόν απλά να αγνοηθεί. Επισημαίνοντας ακριβώς αυτό, ο Lebowitz, στρεφόμενος κατά της άποψης του John Holloway ότι μπορεί κανείς να «αλλάξει τον κόσμο χωρίς να πάρει την εξουσία», υποστηρίζει ότι η απόκτηση της κρατικής εξουσίας με σκοπό το μετασχηματισμό του κράτους είναι κεντρικής σημασίας για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Με άλλα λόγια, σε αντίθεση με τη θεώρηση του Holloway γύρω από την πολιτική της «αντι-εξουσίας», σύμφωνα με την οποία οι αγώνες μέσα από το κράτος είναι «αυτοκαταστρεφόμενοι» (self-defeating), για το Lebowitz το κράτος μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την καταπολέμηση της κεφαλαίου μέσω της οικοδόμησης  της «αντι-εξουσίας» μέσα από αυτό[15]. Σε παράλληλη τροχιά κινείται και η άποψη του George Ciccariello,[16] ο οποίος προσεγγίζει την υπό κρατική στήριξη λαϊκή οικονομία της Βενεζουέλας ως βάση για μια λαϊκή εξουσία που αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή δυαδικής εξουσίας.  Ο Ciccariello υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση Τσάβεζ είναι το άμεσο αποτέλεσμα της λαϊκής εξουσίας από τα κάτω, όπως αυτή εκφράστηκε στις εξεγέρσεις του 1989, γνωστές και ως «el Caracazo», στους Βολιβαριανούς Κύκλους και στις μαζικές κινητοποιήσεις της προ-Τσάβεζ εποχής. Ως εκ τούτου, οι πρωτοβουλίες λαϊκής οικονομίας, όπως τα κοινοτικά συμβούλια, μπορούν να θεωρηθούν ως βάση για τη δυαδική εξουσία, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται υπό κρατική στήριξη. Με άλλα λόγια, μια αναδιατύπωση της κλασικής έννοιας του Λένιν γύρω από τη δυαδική εξουσία λαμβάνει χώρα στη Βενεζουέλα μέσω του κράτους, και όχι εναντίον του.

Οι ακόλουθες συζητήσεις έχουν την τάση να επικεντρώνονται στη σχέση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του κράτους και των νέων λαϊκών εγχειρημάτων που βρίσκονται υπό τη στήριξή του. Ο Steve Ellner[17], για παράδειγμα, υπερθεματίζει μια στρατηγική που συμφιλιώνει τις δύο κυρίαρχες πολιτικές γραμμές εντός του Τσαβικού κινήματος, δηλαδή τους «ρεαλιστές», οι οποίοι καλούν για μια σταδιακή μετάβαση στο σοσιαλισμό μέσω κινήτρων για την αγορά, και τους «πολιτιστικά αισιόδοξους», οι οποίοι απαιτούν την άμεση μετάβαση μέσω πειραμάτων λαϊκής οικονομίας. Η Χάρνεκερ πηγαίνει ένα βήμα παρακάτω, υποστηρίζοντας ότι, στη Βενεζουέλα, είναι τώρα δυνατόν να μιλάμε για μια μετάβαση προς, και όχι μια πάλη για το σοσιαλισμό, και ότι ο στόχος είναι η ανάπτυξη μιας συμπληρωματικής, και όχι μιας αντιφατικής σχέσης μεταξύ των παλιών κρατικών δομών και των νέων[18].

Άλλοι υποστηρικτές του σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα αναπτύσσουν μια πιο κριτική στάση. Για παράδειγμα, οι Martinez κ.ά., υπογραμμίζουν την ανάγκη για λαϊκά κινήματα από τα κάτω ενάντια σε «μια διεφθαρμένη και περιοριστική γραφειοκρατία», ως ένα τρόπο να καταπολεμηθούν «τα σφάλματα και οι παρεκκλίσεις»[19] της Βενεζουελάνικης διαδικασίας αλλά και «τα κληροδοτήματα του παλιού καθεστώτος»[20]. Ομοίως, ο Bruce κατανοεί τις εντάσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα εγχειρήματα λαϊκής οικονομίας και την κυβέρνηση ως εγγενή ανταγωνισμό μεταξύ των νέων  δημοκρατικών θεσμών και του παλιού κράτους[21]. Αν και αυτοί οι συγγραφείς προσεγγίζουν καλύτερα τη σημασία των αγώνων των εργαζομένων και των κοινοτήτων ενάντια η κυβέρνηση, παρ ‘όλα αυτά υπολείπονται στο να τους προσσεγίζουν ως κομμάτια της ταξικής πάλης καθεαυτά, ένα σημαντικό σημείο στο οποίο θα επανέλθω αργότερα.

Έχοντας περιγράψει τις δύο καινοτομίες του σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα, δηλαδή την έμφαση στην ανθρώπινη ανάπτυξη και την πουλαντζιανή προσέγγιση γύρω από τη θεωρία του κράτους και τη μετάβαση στο σοσιαλισμό, αυτό το άρθρο θα παρουσιάσει την έρευνα της λαϊκής οικονομίας της Βενεζουέλας, και ειδικότερα τις  Σοσιαλιστικές Μονάδες Παραγωγής (ΣΜΠ). Ως συν-εργατικές επιχειρήσεις, οι ΣΜΠ αποτελούν ιδανικές μελέτες περίπτωσης για την κριτική αξιολόγηση του πώς ο σοσιαλισμός του εικοστού πρώτου αιώνα αναπτύσσεται στη Βενεζουέλα. Οι κεντρικές ερευνητικές μου ερωτήσεις είναι οι ακόλουθες: (i) σε ποιο βαθμό αποτελούν οι ΣΜΠ πεδία ανθρώπινης ανάπτυξης; και (ii) ποια είναι τα κύρια εμπόδια για την ανθρώπινη ανάπτυξη από τη σκοπιά των συμμετεχόντων στις ΣΜΠ;

Υποστηρίζω ότι τα εγχειρήματα λαϊκής οικονομίας της Βενεζουέλας αποτελούν τόπους ανθρώπινης ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, εκφράζουν οξυμένες ταξικές αντιθέσεις, όχι μόνο μέσω της αμφισβήτησης των κυρίαρχων αξιών του κεφαλαίου, αλλά και μέσω της διατύπωσης νέων, όπως η συνεργασία, η αλληλεγγύη και η ενεργός συμμετοχή. Ωστόσο, η λαϊκή οικονομία της Βενεζουέλας είναι επίσης ένα πεδίο γεμάτο ταξική πάλη, στο οποίο το κράτος αναδύεται ως κεντρικό εμπόδιο για την υπέρβαση των ταξικών σχέσεων. Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, βρίσκεται η παραδοξότητα του σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα, δηλαδή ότι το κράτος της Βενεζουέλας ταυτόχρονα ανοίγει χώρους για την ανθρώπινη ανάπτυξη αλλά και παγιώνει τις ταξικές σχέσεις. Συνεχίζω με την παρουσίαση μιας σύντομης ιστορικής αναδρομής στην λαϊκή οικονομία της Βενεζουέλας και τη θεσμική περιγραφή των μελετών περίπτωσης. Στη συνέχεια παρουσιάζω τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνάς μου, η συλλογή των οποίων πραγματοποιήθηκε σε τρεις ΣΜΠ της Βενεζουέλας. Ολοκληρώνω αυτό το άρθρο με μια σύντομη συζήτηση, η οποία ανατροφοδοτεί τις βασικές έννοιες και θεωρητικές προσεγγίσεις που παρουσιάστηκαν στην παραπάνω ενότητα και προτείνω μερικές θεωρητικές και στρατηγικές εφαρμογές.

Η λαϊκή οικονομία της Βενεζουέλας: από τους συνεταιρισμούς στις Σοσιαλιστικές Μονάδες Παραγωγής

Παρά το γεγονός ότι η παρουσία των συνεταιρισμών στη Βενεζουέλα ήταν έντονη από τη δεκαετία του 1960, ωστόσο από το 1998 -όταν ο Τσάβες ανέλαβε τα καθήκοντά του- υπήρξε μια έκρηξη τόσο των συνεταρισμών των εργαζομένων όσο και καταναλωτικών συνεταιρισμών. Το 1998 υπήρχαν 877 συνεταιρισμοί, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2006 ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 158.917[22]. Παρόλα αυτά, από τότε, πολλοί από τους πρώτους συνεταιρισμούς που διαμορφώθηκαν αποδείχθηκαν μη λειτουργικοί ή μέτωπα που είχαν δημιουργηθεί απλά και μόνο με σκοπό την πρόσβαση σε κυβερνητικά κεφάλαια. Μερικοί είχαν επίσης τη μορφή παραδοσιακών επιχειρήσεων και λειτουργούσαν κάτω από το νομικό πλαίσιο των συνεταιρισμών μόνο και μόνο για να αποφύγουν τους φόρους, ενώ άλλοι δημιουργήθηκαν από τμήματα της κυβέρνησης για το σκοπό της «εξωτερικής ανάθεσης» (outsourcing), προκειμένου να αποφευχθεί το υψηλό κόστος εργασίας που συνοδεύει την πρόσληψη εργαζομένων απευθείας στο δημόσιο τομέα. Ακόμη άλλοι μπορεί να είχαν αρχίσει από ανθρώπους με καλές προθέσεις, αλλά δεν κατάφεραν να βρουν την κατάλληλη υποστήριξη από την κυβέρνηση[23]. Το 2008, ο εκτιμώμενος αριθμός των ενεργών συνεταιρισμών ήταν μεταξύ 30.000 και 60.000[24]. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο συνεταιριστικός τομέας διέπεται από το Ley General de asociaciones Cooperativas y su Reglamento και εποπτεύεται από το Superintendencia Nacional de Cooperativas (Εθνικό Συμβούλιο).

Η Βενεζουέλα επίσης βίωσε την εμφάνιση των Επιχειρήσεων Ανεκτημένων Εργοστασίων από τους εργαζομένους ή Empresas Recuperadas por sus Trabajadores (ERTS), ένα φαινόμενο που ξεκίνησε στην Αργεντινή κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2000-1. Οι ERTS άρχισαν να εμφανίζονται μεταξύ 2002 και 2003, με τον αριθμό τους να φτάνει συνολικά μεταξύ 20 και 30 το 2006[25]. Οι περισσότερες από αυτές, όπως επισημαίνουν οι Lucena και Carmona, είναι μικρού ή μεσαίου μεγέθους και απασχολούν συνολικά μερικές χιλιάδες εργαζομένους. Οι συγγραφείς σημειώνουν πως οι ΕRTS αναδύθηκαν ως μια αντίδραση ενός μέρους των εργαζομένων και της κυβέρνησης στην πολιτική και οικονομική κρίση που βίωνε η χώρα 2002 και το 2003, κατά τη διάρκεια της οποίας πολλοί ιδιοκτήτες, για πολιτικούς λόγους, αποφάσισαν να παραλύσουν προσωρινά τις επιχειρήσεις τους. Οι δράσεις αυτές που υιοθετήθηκαν από τον επιχειρηματικό τομέα συνέπεσαν με την προσπάθεια της αντιπολίτευσης να παραλύσει την οικονομία της χώρας, προκειμένου να εκδιώξει τον Τσάβεζ από την εξουσία. Μόλις η κρίση αποφεύχθηκε, η κυβέρνηση άρχισε να δείχνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις Erts και προχώρησε στις απαλλοτριώσεις προσβαλλόμενων επιχειρήσεων, όπως η INVEPAL το 2005[26]. Την ίδια χρονιά, η κυβέρνηση φιλοξένησε επίσης την πρώτη Συνάντηση Εργαζομένων σε Ανακτημένες επιχειρήσεις της Λατινικής Αμερικής, την οποία παρακολούθησαν 400 εργαζόμενοι, συνδικαλιστές και εκπρόσωποι κυβερνήσεων από πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής[27]. Ωστόσο, από τότε, το κίνημα των ΕRTS φαίνεται να έχει ξεθυμάνει αρκετά, έχοντας βιώσει συνεχιζόμενες συγκρούσεις μεταξύ των εργαζομένων και της κρατικής γραφειοκρατίας, όπως συνέβη και στην περίπτωση της INVEPAL το 2006[28].

Αυτό που είναι σημαντικό να σημειωθεί, είναι η τεράστια συνολική ανάπτυξη των συνεταιρισμών στη Βενεζουέλα κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, η οποία όπως επισημαίνει η Χάρνεκερ[29] ήταν λιγότερο το αποτέλεσμα της αυθόρμητης δραστηριότητας από τα κάτω και περισσότερο δημόσιων πολιτικών, οι οποίες αντικατοπτρίζονται, για παράδειγμα, στον ειδικό νόμο των συνεταιρισμών του 2001 και το κυβερνητικό πρόγραμμα συνεταιριστικής ανάπτυξης (Vuelvan Caras cooperative-development government programme). O ενεργός ρόλος που ανέλαβε η κυβέρνηση σε σχέση με τους συνεταιρισμούς γίνεται επίσης εμφανής στην οικονομική υποστήριξη της στον τομέα, η οποία περιελάμβανε σημαντικές χρηματοδοτήσεις ($1 δις μεταξύ του 2003 και του 2008), προνομιακή ενίσχυση, φορολογικές απαλλαγές, αυξημένη πρόσβαση σε κρατικές συμβάσεις, υλικοτεχνική και πολιτική βοήθεια, και εκπαίδευση[30].

Ωστόσο, τα τελευταία δύο χρόνια, εν μέρει λόγω των προβλημάτων που συνδέονται με το συνεταιριστικό τομέα όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, έχει υπάρξει μια στροφή στην κυβέρνητική πολιτική, η οποία στρέφεται πια από την υποστήριξη του παραδοσιακού μοντέλου συνεταιρισμού προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός νέου μοντέλου, γνωστό ως Unidades de Producción Socialista ή Σοσιαλιστικές Μονάδες Παραγωγής (SPU). Η στροφή αυτή αποτελεί επίσης ένα προϊόν της κυβερνητικής κίνησης προς τα αριστερά, η οποία πηγαίνει από μια αντι-νεοφιλελεύθερη στάση προς μια ανοιχτά πια σοσιαλιστική πολιτική. Επιπλέον, η ανάπτυξη τους τέθηκε ευθέως από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας ως κεντρικής σημασίας για τη μετάβαση της χώρας στο σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου αιώνα. Πράγματι, η πρόταση του Τσάβεζ κατά την εκστρατεία του 2012 περιελάμβανε την αύξηση του αριθμού των Empresas de Propiedad Social (Επιχειρήσεις Κοινωνικής Ιδιοκτησίας) σε 30.000 μέχρι το έτος του 2019[31]. Ωστόσο, αυτό φαντάζει ιδιαίτερα αισιόδοξο δεδομένου του ότι το 2008-9 ο αριθμός των ΣΜΠ ήταν κάπου μεταξύ 1.000 και 3.000[32].

Σοσιαλιστικές Μονάδες Παραγωγής: θεσμικά χαρακτηριστικά

 Οι ΣΜΠ είναι παραγωγικές εταιρείες που ασχολούνται με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Σε επίπεδο προσωπικού είναι σχετικά μικρές, αφού η καθεμία απασχολεί περίπου 20 με 200 ανθρώπους. Σε θεσμικό επίπεδο, οι ΣΜΠ είναι κρατικές, μη κερδοσκοπικές και ελεγχόμενες δημοκρατικά από τους εργάτες τους, τις τοπικές κοινότητες και το κράτος. Σε επίπεδο παραγωγής, οι ΣΜΠ δουλεύουν στενά με μικρούς και μεσαίους τοπικούς ιδιώτες παραγωγούς. Τα αγαθά που παράγουν διανέμονται μετά μέσω της  Mercal και της PDVAL, κρατικά εκπτωτικά καταστήματα που βρίσκονται σε όλη χώρα. Η στήριξη που παρέχει το κράτος στις ΣΜΠ είναι πιθανώς πιο εμφανής σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε  «τριπλή επιχορήγηση»: οι μισθοί των εργατών είναι αρκετά μεγαλύτεροι από τον κατώτατο και ολοένα αυξάνονται· η τροφοδοσία που εξασφαλίζουν οι τοπικοί μικροί και μεσαίοι παραγωγοί γίνεται σε τιμές υψηλότερες αυτών της αγοράς· τα αγαθά που παράγονται πωλούνται μέσω της  Mercal και της PDVAL σε τιμές σημαντικά χαμηλότερες από αυτές της αγοράς.  Αυτό σημαίνει ότι οι ΣΜΠ είναι «στο κόκκινο», εξαρτώμενες από την κρατική χρηματοδότηση για να συνεχίσουν να λειτουργούν.

Κάθε ΣΜΠ χρηματοδοτείται μέσω μεγαλύτερων θεσμικών σωμάτων, γνωστών ως  Empresas de Propiedad Social ή  αλλιώς Εταιρείες Κοινωνικής Ιδιοκτησίας  (ΕΚΙ). Πέρα από τη χρηματοδότηση μεμονωμένων ΣΜΠ, οι ΕΚΙ είναι υπεύθυνες για τον μακροπρόθεσμο έλεγχό τους, κάτι που, όπως θα δούμε, αποτελεί σημείο τριβής. Οι ΕΚΙ, με τη σειρά τους, χρηματοδοτούνται από την κρατική εταιρεία πετρελαίου, την PDVSA, της οποίας ο ρόλος είναι να βοηθάει τις ΕΚΙ, μεταξύ άλλων, μέσω προνομιακών συμβάσεων και χρηματοδότησης. Αυτό σημαίνει ότι, σε μεγάλο βαθμό, αυτές οι εταιρείες εξαρτώνται από την πώληση πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά. Επιπλέον, κάθε ΕΚΙ διοικείται από μία κρατική εταιρεία και καθοδηγείται πολιτικά από ένα αντίστοιχο κυβερνητικό υπουργείο. Για παράδειγμα, οι τρεις ΣΜΠ σε αυτή τη μελέτη ανήκουν σε μία κρατική εταιρεία, την Αγροτική Εταιρία Βενεζουέλας (CVA στα ισπανικά) και το αντίστοιχο υπουργείο τους είναι το Υπουργείο Λαϊκής Εξουσίας για τη Γεωργία και τη Γη.

Όπως σε ένα εργατικό συνεταιρισμό, οι αποφάσεις για πολλές από τις καθημερινές δραστηριότητες των ΣΜΠ λαμβάνονται δημοκρατικά από όλους τους εργάτες μέσα από το Συμβούλιο Εργατών της ΣΜΠ, ένα συνελευσιακού τύπου πολιτικό σώμα που βασίζεται στη συμμετοχική δημοκρατία. Παρ’ όλα αυτά, το κράτος παίζει μεγάλο ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Και γι’ αυτό σε κάθε ΣΜΠ υπάρχει τουλάχιστον ένας «συντονιστής». Αυτό το άτομο δεν είναι δημοκρατικά ορισμένο, αλλά προσλαμβάνεται από διευθυντές που δουλεύουν στο επίπεδο των ΣΜΠ. Αυτό βάζει το συντονιστή σε μία θέση όπου πρέπει να ανταποκριθεί τόσο στα αιτήματα των εργατών όσο και σε αυτά της διεύθυνσης, αποτελώντας, όπως θα δούμε άλλο ένα σημείο τριβής. Το τρίτο, και το πιο αδύναμο, σώμα λήψης αποφάσεων είναι οι τοπικές κοινότητες. Αυτές αποτελούνται από τα κοινοτικά συμβούλια, τις οργανώσεις γειτονιάς που λειτουργούν στη βάση της συμμετοχικής δημοκρατίας, και τους τοπικούς παραγωγούς. Οι δύο αυτές ομάδες συμμετέχουν σε κάθε ΣΜΠ μέσω των Σοσιαλιστικών Συμβουλίων Συμμετοχής, το τοπικό πολιτικό σώμα που έχει την υπερυθυνότητα, μεταξύ άλλων, της επικύρωσης πιθανών νέων προσλήψεων στις ΣΜΠ.

Όπως όλες οι κοινωνικο-οικονομικές οργανώσεις, οι ΣΜΠ έχουν μία κοινωνική αποστολή που επικαθορίζει την ύπαρξή τους. Η κοινωνική αποστολή των ΣΜΠ είναι περίπλοκη και πηγάζει τόσο από τα διάφορα κυβερνητικά επίπεδα όσο και από τους ίδιους τους εργάτες. Το κυβερνητικό εκτελεστικό επίπεδο παρέχει ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, το οποίο έχει μία εσωτερική και μία εξωτερική διάσταση. Η εσωτερική διάσταση αφορά στους βασικούς στόχους και τις αρχές των ΕΚΙ : τη μη-αλλοτριωμένη εργασία, την αποφυγή των διακρίσεων και των ιεραρχιών, την έμφυλη ισότητα, την τήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων (συμπεριλαμβανομένων των δίκαιων μισθών, της κατάργησης της εκμετάλλευσης και της πρόσβασης στην κοινωνική ασφάλιση), τη δημοσιονομική υπεθυνότητα και την ισότητα, βασισμένη στη συμμετοχή. Η εξωτερική διάσταση σχετίζεται με τη συμβολή των ΣΜΠ στη βενεζουελάνικη κοινωνία στο σύνολό της και μπορεί να συνοψιστεί ως προσπάθεια να κινηθεί, πέραν των σχέσεων αγοράς, με την παράλληλη προώθηση της ανάπτυξης και της συμμετοχής της τοπικής κοινότητας. Οι ΣΜΠ στο γεωργικό τομέα έχουν ως στόχο να συμβάλουν στην αποστολή της Αγροτικής Εταιρίας  Βενεζουέλας, δηλαδή να εξασφαλίσουν την τροφική επάρκεια και να αποφύγουν την εξάρτηση από τις εισαγωγές τροφίμων.

Η ανθρώπινη ανάπτυξη στις Σοσιαλιστικές Μονάδες Παραγωγής

 Στην παρούσα μελέτη, επέλεξα να χρησιμοποιήσω την εκμάθηση  ως κεντρική έννοια με την οποία θα προσεγγίσω την ανθρώπινη ανάπτυξη στις ΣΜΠ.  Ακολουθώντας τις ιδέες της κριτικής παιδαγωγικής, αντιλαμβάνομαι την εκμάθηση σαν μία πράξη, στην οποία θεωρία και πρακτική, σκέψη και δράση, αντιμετωπίζονται ως διαλεκτικά συνδεδεμένες. Αυτό αποκλίνει από  αβαναγκαρντίστικες θέσεις που εδράζονται σε ένα «αποθετικό» μοντέλο παιδείας, στο οποίο πολιτικοί ειδήμονες απλά διοχετεύουν την επαναστατική γνώση στους καταπιεσμένους και στους εκμεταλλευόμενους, μία προσέγγιση που ενισχύει έναν δυϊσμό μεταξύ του πεδίου της γνώσης και της ύπαρξης.

Αντιλαμβάνομαι τρία βασικά πεδία εκμάθησης: τις εργατικές και κοινοτικές ανάγκες· τη συλλογική διαχείριση και οργάνωση· και την ενεργή συμμετοχή, ή τον «πρωταγωνιστικό ρόλο». Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της γνώσης κατακτήθηκε μέσα από άτυπες αλληλεπιδράσεις στο Συμβούλιο των Εργατών και στις διάφορες επιτροπές αυτού (π.χ. υγεία, στέγαση, τροφή). Αυτά τα πορίσματα συνάδουν, λοιπόν, με την προσέγγιση της ανθρώπινης ανάπτυξης για τους υποστηρικτές του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα. Επομένως, οι ΣΜΠ, πιστεύω, εκφράζουν τις οξείες ταξικές αντιθέσεις που όχι μόνο αμφισβητούν τις κυρίαρχες αξίες του κεφαλαίου, αλλά αρθρώνουν και νέες, όπως η συνεργασία, η αλληλεγγύη και παραγωγή στη βάση των αναγκών.

Εργατικές και κοινοτικές ανάγκες

 Πολλοί συμμετέχοντες δήλωσαν ότι  έμαθαν πολλά πράγματα για τις ανάγκες του ενός και του άλλου, ειδικά μέσα από τη συμμετοχή στις ποικίλες επιτροπές του Συμβουλίου των Εργατών. Για παράδειγμα, μία από τις ΣΜΠ διανέμει κουπόνια τροφίμων (που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο σε συγκεκριμένα μανάβικα και εστιατόρια) στους εργάτες, ως ένα μέρος του μισθού τους. Η Μαρίσα, μία εργάτρια, εξήγησε ότι οι συνάδελφοί της συχνά δεν ήξεραν τι να κάνουν με τα κουπόνια τροφίμων γιατί στη γύρω περιοχή είναι δύσκολο να βρεις εγκαταστάσεις για να χρησιμοποίησεις. Μετά από προσεκτική εξέταση και συζήτηση, η επιτροπή τροφίμων πρότεινε να αγοράσει η ΣΜΠ συγκεκριμένη ποσότητα βασικών τροφίμων, όπως το μαγειρικό λάδι και το αλεύρι, από κρατικά εκπτωτικά καταστήματα, έτσι ώστε οι εργάτες να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα κουπόνια τροφίμων σε εκείνη την τοποθεσία. Οι επιτροπές, λοιπόν, είναι χώροι κομβικής σημασίας, στους οποίους οι εργάτες μπορούν να συζητούν για τις ανάγκες τους, να λαμβάνουν υπόψη τις επιλογές και να προτείνουν δράσες. Πράγματι, η ικανότητα να αναγνωρίζονται οι ανάγκες φαίνεται να είναι μία από τις πιο σημαντικές λειτουργίες των ΣΜΠ. Για παράδειγμα, όταν ερωτήθηκε για το πώς υπολογίζεται η επιτυχία στην ΣΜΠ στην οποία ανήκε, μία γυναίκα απάντησε: «σιγά-σιγά σημειώνουμε πρόοδο. Καταφέραμε να ικανοποιήσουμε πολλές ανάγκες, οικογενειακές ανάγκες, προσωπικές ανάγκες και κοινοτικές ανάγκες».

Οι εργάτες ανέφεραν επίσης ότι έμαθαν τις ανάγκες των κοινοτήτων τους, εδικά μέσα από τον ενεργό ρόλο των ΕΚΙ. Μία από τις κεντρικές πτυχές της κοινωνικής αποστολής των ΣΜΠ είναι να βοηθούν τις κοινότητες που βρίσκονται σε ανάγκη. Μία συμμετέχουσα σημείωσε ότι ένας τρόπος με τον οποίο η δικιά της ΣΜΠ εκπληρώνει την αποστολή της είναι με το να μεταφέρει τα τρόφιμα που η δικιά τους και άλλες ΣΜΠ παράγουν στις απομονωμένες κοινότητες, οι οποίες δεν έχουν πρόσβαση. Αυτά συνήθως περιλαμβάνουν είδη πρώτης ανάγκης, όπως ρύζι, μακαρόνια, φρούτα και λαχανικά. Το που θα διανεμηθούν τα τρόφιμα αποφασίζεται από τα κοινοτικά συμβούλια, που ορίζουν ποιες κοινότητες έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Τα κοινοτικά συμβούλια τότε μεταφέρουν αυτή την πληροφορία στις ΣΜΠ μέσα ενός τακτικού διαλόγου που λαμβάνει χώρα μεταξύ των δύο οργανισμών. Έτσι, με το να εξυπηρετούν τις κοινότητες με αυτό τον τρόπο, ο ΣΜΠ μαθαίνουν ποιες είναι οι κοινοτικές ανάγκες. Σε άλλες περιπτώσεις, οι κοινότητες που βρίσκονται σε ανάγκη είναι οι ίδιες που προσεγγίζουν κατευθείαν το ΣΜΠ. Όπως αποκάλυψε ένας συμμετέχων:

«Πολλοί άνθρωποι έχουν έρθει εδώ (στην ΣΜΠ) για να ζητήσουν οικονομική βοήθεια και ποτέ δεν έχουμε γυρίσει τις πλάτες μας. Πολλές φορές έχουν έρθει μετά τη μέρα πληρωμής…λίγοι από εμάς έχουμε αρκετούς πόρους, αλλά πάντα τους δίνουμε κάτι. Δεν είναι πολλά, αλλά τους δίνουμε κάτι. Αυτοί που έρχονται εδώ [ζητώντας βοήθεια] ποτέ δεν φεύγουν με άδεια χέρια.»

Οι ΣΜΠ έχουν και πιο επίσημους τρόπους για να βοηθήσουν την κοινότητα. Μία ΣΜΠ, για πράδειγμα, παρέχει ασθενοφόρο σε οποιονδήποτε το ζητήσει από τις γύρω κοινότητες. Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο οι συμμετέχοντες μαθαίνουν για τις ανάγκες των γύρω κοινοτήτων, είναι μέσα από τη διαδικασία πρόσληψης στις ΣΜΠ που ανήκουν, που εμπλέκει εργάτες των ΣΜΠ, κοινοτικά συμβούλια και το κράτος. Πάρτε, για παράδειγμα, την περίπτωση του Χόρχε, ενός υποψηφίου για δουλειά σε μία από τις ΣΜΠ. Διάφοροι αντιπρόσωποι από το κοινοτικό συμβούλιο εναντιώθηκαν στην πρόσληψή του, επειδή δεν ζούσε σε πολύ κοντινή κοινότητα, ένα  σημαντικό κριτήριο που τέθηκε από την επιτροπή προσλήψεων. Παρόλα αυτά, όταν έμαθαν ότι ο Χόρχε ήταν ένας νέος, εργένης πατέρας δύο παιδιών και ότι το Συμβούλιο Εργατών των ΣΜΠ τον θεώρησε κατάλληλο υποψήφιο για τη δουλειά, άλλαξαν γνώμη και τον ψήφισαν. Για να είμαστε ειλικρινείς, ο Χόρχε διέθετε πολλές από τις δεξιότητες που απαιτούσε η δουλειά, πράγμα το οποίο συνέβαλε στο να πάρει τη δουλειά. Αλλά το σημαντικό είναι οτι η δημοκρατική διαδικασία προσλήψεων επιτρέπει σε όλους τους εμπλεκόμενους να μάθουν για τις ανάγκες των μελών της κοινότητας και να ακούνε τα επιχειρήματα όλων. Για τον Χόρχε, η κατάληξη της διαδικασίας σήμαινε οτι πλέον θα μπορούσε καλύτερα να ικανοποιεί τις ανάγκες της οικογένειάς του.

Συλλογική διαχείριση και οργάνωση

 Το δεύτερο πεδίο εκμάθησης που αναφέρθηκε συχνότερα από τους εργάτες την ΣΜΠ ήταν η συλλογική διαχείριση και οργάνωση. Μερικοί ανέφεραν ότι αυτή η γνώση τους βοήθησε να μειώσουν την άκαμπτη διαίρεση μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, που εντοπίζεται στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, και να πειραματιστούν με μία νέα σοσιαλιστική οργάνωση, όπου οι άνθρωποι μπορούν να συμβάλουν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους. Όταν ρωτήσαμε τον Έρικ ποιο είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που έμαθε, είπε:

«… Η οργάνωση, δηλαδή το πώς να οργανώνεται η παραγωγή και να γίνονται βήματα προς  έναν σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής. Ενάμιση χρόνο πριν δεν είχα ιδέα πώς ήταν το Συμβούλιο των Εργατών ή πώς θα οργανωνόταν αυτό. Μπορεί να ήξερα από  αυτά που είχα διαβάσει, ότι το Συμβούλιο των Εργατών ήταν ένα εργαλείο για να κινηθούμε στην κατεύθυνση της εργατικής αυτοδιαχείρισης. Αλλά δεν ήξερα το πώς θα οργανωνόταν αυτό, ποια θα ήταν η λειτουργία του, τι ήταν ο συλλογικός σχεδιασμός…Οπότε αυτή η διαδικασία εκμάθησης ήταν πολύ παραγωγική.»

Αργότερα κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Έρικ επεκτάθηκε:

«Ο συλλογικός σχεδιασμός από τους εργάτες δεν ήταν εύκολος. Ήταν μία διαδικασία που αποκτήσαμε με δάκρυα και ιδρώτα. Ακόμη και οι συζητήσεις με τη διεύθυνση, τη διοίκηση και την προεδρεία ήταν ιδιαίτερα κοπιαστικές εκείνη την εποχή, ήταν όμως και το πιο σημαντικό επίτευγμα. Το ότι οι εργάτες σχεδίαζαν την δουλειά τους, το ότι έρχονταν τη Δευτέρα στη δουλειά γνωρίζοντας ήδη τι θα κάνουν και που θα το κάνουν…επειδή ήταν προϊόν της δικής τους σκέψης.» 

Ένα άλλο αποτέλεσμα της διαδικασίας εκμάθησης του συλλογικού σχεδιασμού από τους εργάτες, όπως αποκάλυψε ο Έρικ, είναι η μείωση των εντάσεων και των συγκρούσεων το χώρο εργασίας:

«Όταν κάποιοι παίρνουν τις αποφάσεις και άλλοι πρέπει να τις εκτελέσουν, φυσικά υπάρχουν φορές που δεν είμαι χαρούμενος. Διαφωνώ με τις επιβολές. Παράγουν εντάσεις και συγκρούσεις στη δουλειά. Από τη στιγμή που ξεκινήσαμε να σχεδιάζουμε τα πράγματα συλλογικά, αυτές οι εντάσεις έχουν εξαφανισθεί. Διότι εαν εργάζομαι στην δεξαμενή (πλύσιμο ντομάτας), ή στην υποδοχή, αυτό είναι προίόν δικής μου απόφασης, την οποία έχω προτείνει και έχει εγκριθεί από τη συνέλευση ή, σε περίπτωση που δεν την πρότεινα εγώ, ίσως το έκανε κάποιος άλλος και εγώ το αποδέχτηκα.»

Η εκμάθηση του συλλογικού σχεδιασμού και της οργάνωσης υποβοήθησε επίσης την αύξηση της παραγωγικότητας. Μία ΣΜΠ έπρεπε ξαφνικά να λειτουργήσει χωρίς κρατικό συντονιστή, επειδή η κυβέρνηση αναδιοργάνωνε ολόκληρη τη δομή της διεύθυνσης και δεν ήταν σε θέση να βρεί συντονιστή για περίπου έξι μήνες. Οι εργάτες αντιμετώπισαν αυτή την κατάσταση διεξάγοντας συναντήσεις και αναπτύσσοντας στρατηγική για την μονάδα τους. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Όταν υπήρχε συντονιστής, η μέγιστη ποσότητα ντομάτας που είχαν καταφέρει να παράγουν ανα μήνα ήταν 90.000κιλά. Υπό συνθήκες αυτο-οργάνωσης, οι εργάτες ώθησαν την παραγωγή στα 150.000κιλά. Ο Χουάν σχολίασε για αυτή την εμπειρία:

«Αυτό καταδεικνύει ότι πραγματικά μπορούμε και ότι έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα, διότι έτσι ενθαρρύνονται οι εργάτες, διότι συμμετέχουμε και υποστηρίζουμε όλα όσα κάνουμε και διότι ήμασταν κομμάτι της διαδικασίας σχεδιασμού. Δεν υπάρχει ανάγκη για κάποιο «φωστήρα», κάποιον να ρθεί και να αποφασίσει το πως θα γίνουν τα πράγματα. Γιατί τότε είναι που αρχίζουν τα προβλήματα.»

Όντως, οι εργάτες μέσα από τη δική τους διαδικασία συλλογικού σχεδιασμού και διεύθυνσης έχουν επίσης μάθει να βρίσκουν ηγέτες από τις δικές τους τάξεις, αποφεύγοντας την επιβολή κάποιου αρχηγού – «φωστήρα» από τα πάνω. Για να φέρουμε ένα παράδειγμα, ο Χουάν περιέγραψε τη δημοκρατική συμμετοχή σαν μια «διαδικασία εκμάθησης», η οποία επέτρεψε στους εργάτες της ΣΜΠ να αναγνωρίσουν συγκεκριμένους ανθρώπους με υψηλά επίπεδα ευθυκρισίας και να τους αποδώσουν ένα καθοδηγητικό ρόλο, να λειτουργούν σαν «δάσκαλοι», ικανοί να εξηγήσουν στους υπολοίπους πράγματα που κάποιες φορές εκείνοι αδυνατούσαν να κατανοήσουν.

Πολύ σημαντικό, όπως εξηγεί ο Χουάν, είναι ότι οι εργάτες αρχίζουν να αναγνωρίζουν αυτούς τους ηγέτες, θέτοντας στο πλάι το χρώμα του δέρματος, το επίσημο μορφωτικό επίπεδο και άλλους επιφανειακούς παράγοντες που συχνά «δεν μας επιτρέπουν να δούμε ότι ένα ακατέργαστο διαμάντι βρίσκεται αναμεσά μας». Αυτοί είναι άνθρωποι, συνεχίζει ο Χουάν, που ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να σπουδάσουν, αλλά έχουν συγκεκριμένες ικανότητες αποκτημένες στο «σχολείο της ζωής». Είναι σαφές, λοιπόν, ότι καθώς οι εργάτες μαθαίνουν να σχεδιάζουν δημοκρατικά και συλλογικά και να διευθύνουν το χώρο εργασίας τους, οργανικοί ηγέτες αναδεικνύονται, αναιρώντας την ανάγκη ύπαρξης κάποιου τεχνιτού αφεντικού.

Ενεργή συμμετοχή, «πρωταγωνισμός»

Τα τελευταία χρόνια, η έννοια του «πρωταγωνισμού» έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως στη Βενεζουέλα. Η έννοια δηλώνει το να είναι κανείς πρωταγωνιστής, ηγετική φιγούρα ή ενεργός συμμέτοχος στο χώρο εργασίας του, την κοινοτητά του ή οποιοδήποτε άλλο χώρο συνδέεται με τη Μπολιβαριανή Επανάσταση. Κατα ένα μέρος, η έννοια και η πρακτική του πρωταγωνισμού είναι άλλο ένα σημαντικό πεδίο εκμάθησης που αποκτάται από τους συμμετέχοντες στις ΣΜΠ. Αυτή η εκμάθηση υποβοηθά τους συμμετέχοντες στις μονάδες να αμβισβητήσουν τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, ενώ εκλπηρώνουν την αποστολή τους για εξάλειψη της αποξένωσης στους χώρους εργασίας.

Μία περίπτωση που καταδεικνύει την εκμάθηση του πρωταγωνισμού είναι αυτή της Αλέγρε Άβιλα. Όταν τη ρώτησα ποια ήταν η πιο σημαντική πρόκληση που αντιμετώπισε σε σχέση με την ικανοτητά της να εκπληρώσει την αποστολή της εντός της μονάδας, εκείνη μου απάντησε:

«Λοιπόν, η πρόκληση πολλές φορές ήταν να ξεπεράσουμε το «τρακ», γιατί υπάρχουν άνθρωποι που έχουν «τρακ». Και εκεί έχουμε μάθει και εξακολουθούμε να μαθαίνουμε να το ξεπερνάμε, να ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους, να αντιμετωπίζουμε ανθρώπους από τους δρόμους, να τους γνωρίζουμε καλά…αυτό είναι κάτι που μαθαίνεται καθημερινά.»

Στη συνέχεια της συνέντευξης, ρώτησα την Αλέγρε ποιο ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα που έμαθε ενόσω συμμετείχε στην ΣΜΠ, και η απάντησή της ήταν ότι, «το να είμαι πρωταγωνιστής ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο». «Πως κατάφερες να το μάθεις αυτό;», τη ρώτησα στη συνέχεια. Εκείνη απάντησε,

«Μέσω των συναδέλφων μου, που μου λένε «είσαι καλή με το λόγο, εκφράζεις τον εαυτό σου και προσπαθείς να συνομιλήσεις με τους ανθρώπους χωρίς να τους εξευτελίζεις, χωρίς να τους προσβάλλεις. Σκέφτεσαι τους ανθρώπους, εκφράζεις πολύ καλά αυτό που θέλεις να πείς». Ε, λοιπόν, έμαθα βήμα το βήμα. «Δεν είμαι τέλεια», τους λέω. Στο λύκειο και το πανεπιστήμιο δεν συμμετείχα σε τίποτα στην πραγματικότητα.»

Η Αλέγρε μας διαφωτίζει περαιτέρω για την εκπαίδευσή της, όταν συζητάμε τη συμμετοχή στα Εργατικά Συμβούλια:

«Ναι, έχουμε συνελεύσεις εδώ. Οι άνθρωποι ψηφίζουν. Εδώ εκλέγουμε όλους όσους θέλουν να κάνουν κάτι. Είχαμε συναδέλφους που δεν ήθελαν να συμμετέχουν σε τίποτα, συμπεριλαμβανομένου του εαυτού μου, αλλά εδώ είμαι και συμμετέχω, γιατί στο τέλος πείθεσαι.»

Ο Χουάν Κορτέθ, ένας από τους συναδέλφου της Αλέγρε, μας δίνει περισσότερα στοιχεία αντίστοιχων αλλαγών στην μονάδα τους. Όταν τον ρώτησα εάν είχε παρατηρήσει αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο εξασκούνταν η δημοκρατία στην ΣΜΠ του, όσο αυτός ήταν εκεί, μου απάντησε:

«Ναι, λοιπόν κοίτα, έχουμε δει πολλές αλλαγές από τότε που πρωτοήρθαμε εδώ. Η αλήθεια είναι ότι, όταν ήρθαμε, υπήρχε μια κουλτούρα «του αφεντικού», ακριβώς η ίδια όπως σε όλες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Μετά, αφού ξεκινήσαμε όλοι να μαθαίνουμε, να διαβάζουμε, να μελετάμε, να ανταλλάσσουμε ιδέες, να συζητάμε, έχουμε δει μια τρομερή αλλαγή.»

Η ισπανική λέξη που ο Χουάν χρησιμοποίησε για να περιγράψει την «κουλτούρα του αφεντικού» που υπήρχε στην μονάδα του ήταν «Jefesismo» (σ.μ: αρχηγισμός). Όπως ο «πρωταγωνισμός», αυτή είναι άλλη μια δημοφιλής λέξη που χρησιμοποιείται στη Βενεζουέλα για να περιγράψει κάπως αυταρχικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σε μια πληθώρα περιστάσεων και ιδιαίτερα στην εργασία. Για να επεκταθούμε, η λέξη αναφέρεται, όχι μόνο στην ύπαρξη ενός αυταρχικού αφεντικού, αλλά επίσης και πειθήνιων και υποτακτικών εργαζομένων. Συνεπώς, η ύπαρξη του «Jefesismo» υποδηλώνει έλλειψη «πρωταγωνισμού» από την πλευρά των εργατών. Αλλά, όπως υποδηλώνουν τα σχόλια του Χουάν, o «αρχηγισμός» δεν φαίνεται να είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα στις ΣΜΠ.

Καθώς οι συμμετέχοντες στις ΣΜΠ μαθαίνουν να γίνονται πρωταγωνιστές, αρχίζουν να διαβρώνουν τις σχέσεις αλλοτρίωσης στο χώρο εργασίας τους,  στις οποίες οι εργάτες δεν  είναι τα υποκείμενα της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά απλά αντικείμενα ή «αφηρημένη εργασία». Όπως σημειώθηκε πρίν, αυτή μπορεί να είναι μια αργή διαδικασία εκμάθησης για τους συμμετέχοντες στις μονάδες, αλλά είναι ιδιαίτερα έντονη, ικανή να πετύχει, όπως το έθεσε ο Χουάν από την CASQ, «ριζοσπαστικές αλλαγές». Οι ριζοσπαστικές αλλαγές δεν είναι παρ’ όλα αυτά ο κανόνας. Στίς άλλες δύο ΣΜΠ που μελέτησα, την Τόμας Μοντίγια και Πέδρο Καμέχο, οι αντίστοιχες αλλαγές στο πεδίο της εκμάθησης ήταν πιο μετρημένες. Στην Πέδρο Καμέχο, για παράδειγμα, οι παρατηρήσεις μου καταδεικνύαν ξεκάθαρα την επιβίωση σκληρών ιεραρχιών μεταξύ του διοικητικού προσωπικού και του υπόλοιπου εργατικού δυναμικού σε τομείς όπως οι χειριστές των τρακτέρ.

[1]    Castaneda 2006

[2]    Lebowitz 2007

[3]    Barcena 2011

[4]    Eastwood 2011, p. 6

[5]    Weisbrot 2011, pp. 204–5

[6]    Lebowitz 2010

[7]    ‘Theses on Feuerbach’, in Marx and Engels 1970

[8]    Marx and Engels 1970, p. 64

[9]   The classic studies on the social division of labour and workplace alienation are Braverman

1974 and Burawoy 1985

[10]  Alvarez and Rodriguez, p. 19

[11]  Wilpert 2007

[12]  Harnecker 2010, p. 62

[13] Important to note here is that this reflects a partial appropriation of Poulantzas, rather

than a systematic use of his work

[14]  Cf. Poulantzas 1978

[15]  Lebowitz 2005, p. 228

[16]  Ciccariello-Maher 2007

[17]  Ellner 2010

[18]  Harnecker 2010, p. 62

[19]  Martinez, Fox and Farrell (eds.) 2010, pp. 7–8

[20]  Martinez, Fox and Farrell (eds.) 2010, p. viii

[21]  Bruce 2008, p. 138.

[22]  Cf. Harnecker 2007.

[23]  Graterol and D.az 2007

[24]  Harnecker 2007. I was not able to find reliable up-to-date figures

[25]  Lucena and Carmona 2006; Vieta and Ruggeri 2009

[26]  Lucena and Carmona 2006

[27]  Vieta and Ruggeri 2009, p. 30

[28]  Lucena and Carmona 2006; El Militante 2006

[29]  Harnecker 2007

[30]  Llerena 2006; D.az 2006; Graterol and D.az 2007; Azzellini 2011

[31]  Chavez 2012

[32]  Albert 2008; Azzellini 2011

Εκτύπωση άρθρου
1 Discussion on “Ανθρώπινη Ανάπτυξη και Ταξική Πάλη στη Λαϊκή Οικονομία της Βενεζουέλας: To Παράδοξο του «Σοσιαλισμού του Εικοστού Πρώτου Αιώνα» [μέρος α’]”