Η Αργεντινή του Μάκρι: To νέο πρόσωπο του νεοφιλελευθερισμού

Του Κλαούντιο Κάτζ | Δημοσιευμένο στο τεύχος 144 του Vientosur
Μετάφραση: Afterwords

Τελικώς ο περονισμός έχασε την προεδρία, αρκετές επαρχίες και το προπύργιο του Μπούενος Άιρες, αλλά ο Μαουρίσιο Μάκρι κέρδισε με μόνο τρείς μονάδες διαφορά. Με αυτό το περιορισμένο περιθώριο ελιγμών ο δεξιός συνασπισμός του οποίου ηγείται, Να Αλλάξουμε (Cambiemos1), θα έχει λίγα εφόδια για να εφαρμόσει την αναπροσαρμογεί που επιδιώκει. Θα απαιτηθεί πολύ πυγμή για να προσδιοριστεί ο αντίκτυπος που θα ακολουθήσει την υπότιμηση.

Η PRO ήδη όρισε ένα υπουργικό συμβούλιο αποτελούμενο από διευθυντικά στελέχη με στόχο τη διεύθυνση του Κράτους σαν να ήταν απλώς μια καπιταλιστική επιχείρηση. Οι άνθρωποί τους υφαίνουν με γρήγορους ρυθμούς συμμαχίες προκειμένου να διασφαλίσουν τον έλεγχο τόσο του Κοινοβουλίου όσο και της Δικαιοσύνης. Ο νέος πρόεδρος υποσχέθηκε ανάπτυξη, δουλειές και καλύτερους μισθούς κάτι ελάχιστα συμβατό με τις κλασσικές πολιτικές του νεοφιλελεύθερου shock. Η επέκταση της κατανάλωσης που σημειώθηκε στα τελευταία χρόνια του Κιρχνερισμού καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την περιοριστική πολιτική που σχεδίαζαν οι άνθρωποι των αγορών που κατέλαβαν τα υπουργεία.

Η συντηρητική εφόρμηση δεν βασίζεται επίσης σε στέρεα πολιτικά θεμέλια. Οι ευρείες αντιδράσεις που προκάλεσε το editorial της συντηρητικής εφημερίδας To Έθνος (La Nación) υποστηρίζοντας την απελευθέρωση των εγκληματιών της διδακτοτορίας που βρίσκονται σήμερα σε δίκη ή ήδη στη φυλακή αποτελεί ένδειξη αυτών των ορίων. Εν μέσω μιας πρωτοφανούς διαμαρτυρίας από τους δημοσιογράφους, ο ίδιος ο Μάκρι αναγκάστηκε να επιβεβαιώσει ότι οι δίκες που είναι εν εξελίξει ή ήδη εκκρεμούν θα συνεχιστούν κανονικά.

Ο Αρχηγός της PRO θα προσπαθήσει να αντισταθμίσει αυτούς τους περιορισμούς στην εσωτερική πολιτική σκηνή με μια μεγάλη διεθνή καμπάνια ενάντια στη Βενεζουέλα. Μαζί με την υποσχεμένη αναθεώρηση του μνημονίου συνεργασίας με το Ιράν που είχε υπογραφεί κατα τη διάρκεια της θητείας της Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρχνερ, θα συνεχίσει να ακολουθεί τις υποδείξεις της αμερικανικής πρεσβείας· όλα τα κανόνια στοχεύουν τώρα τη μπολιβαριανή διαδικασία.

Αυτή η καμπάνια είχε την σιωπηλή ανοχή του Σκιόλη, του υποψηφίου που παρουσίασε ο κιρχνερισμός στις τελευταίες προεδρικές εκλογές. Θα παρουσιάσουν τους βρωμερούς πραξικοπηματίες (τη δεξιά αντιπολίτευση της Βενεζουέλας) ως πολιτικούς κρατούμενους και θα μιλήσουν για έλλειψη δημοκρατίας στην χώρα που παραδόξως έχουν λάβει χώρα οι περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις τα τελευταία 15 χρόνια σε ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή.

Αλλά, πώς μπόρεσε ένα έμβλημα της δεξιάς όπως ο Μάκρι να αναρριχηθεί στην προεδρία; Μερικοί κιρχνερικοί βλέπουν αυτή την άνοδο ως μια παροδική ατυχία και προβλέπουν την επιστροφή τους στην εξουσία σε μερικά χρόνια. ΄Αλλα στελέχη επαναλαμβάνουν κοινοτυπίες («θρίαμβος της δημοκρατίας»), τα ρίχνουν στην κακή τύχη («το κέρμα έπεσε στην άλλη πλευρά») ή αποδίδουν την ήττα στην «φθορά των τελευταίων δώδεκα χρόνων».

Η βασική θέση των κιρχνεριστών εστιάζει στην ύπαρξη μιας διαιρεμένης χώρας αλλά δεν αναγνωρίζει ότι σημαντικά τμήματα των λαϊκών στρωμάτων ψήφισαν Μάκρι μπροστά στην ανυπαρξία πραγματικής κοινωνικής και ιδεολογικής πόλωσης. Η μεγάλη πλειοψηφία των εκλογέων βρισκόταν στο κέντρο και αμφιταλαντευόταν ανάμεσα σε δύο συντηρητικές προτάσεις. Η ήττα της κυβέρνησης καθορίστηκε περισσότερο από πολιτικούς και όχι οικονομικούς παράγοντες. Η δυσαρέσκεια με το κυβερνητικό κατεστημένο υπερκέρασε το φόβο προς τον Μάκρι. Πολλοί αναλυτές διέκριναν μια κόπωση με το στυλ της Χ.Φ.Κ., που στηρίχθηκε στην κατάχρηση των τηλεοπτικών δικτύων, τον προσωποκεντρισμό, την κώφωση και την χειραγώγηση, ένα χαρακτηριστικό του περονισμού.

Ο κιρχνερισμός αντιπροσώπευσε μια ρεφορμιστική εκδοχή στο εσωτερικό του μεταλλασόμενου φάσματος του περονισμού. Αυτό το προφίλ της κεντρο-αριστέρας αντικατοπτριζόταν και στις πρωτοβουλίες στις οποίες αντιτάχθηκε περισσότερο η δεξιά: παρακρατήσεις για τους εξαγωγείς σόγιας, το νόμο για τα Μέσα Επικοινωνίας, τις δίκες των στρατιωτικών και την γεωπολιτική αυτονομία σε διεθνές επίπεδο.

Η παραίτηση του κιρχνερισμού από την δυναμική προώθηση ενός γνήσιου προοδευτικού δρόμου οδήγησε σε αυτή την έκβαση. Απέρριψε την εθνικοποίηση του εξωτερικού εμπορίου· να εφαρμόσει μια δημοσιονομική μεταρρύθμιση και να ελέγξει τις πληρωμές για το χρέος, απέφυγε να αντιμετωπίσει τους υπευθύνους για τις αυξήσεις των τιμών και την διαφυγή κεφαλαιών. Στο οικονομικό πρόγραμμα εδραιώθηκαν η πελατειοκρατία και ενα απαράδεκτο επίπεδο διαφθοράς των ανώτατων λειτουργών.

Η αριστερά δεν μπορούσε επίσης να υπερβεί τα όρια του κιρχνερισμού. Η δεξιόστροφη φορά της δυσαρέσκειας αποτύπωσε και το χαρακτήρα, ακόμη εμβριακό, της λαϊκής ριζοσπαστικοποίησης. Η μικρή ανταπόκριση στην πρόταση της αριστεράς για λευκή ψήφο αποτέλεσε ένδειξη αυτού του σεναρίου. Παρ’ όλα αυτά η ύπαρξη της ως υπαρκτής πολιτικής δύναμης αποτελεί βασικό συστατικό του ταραχώδους πλαισίου που διαφαίνεται. Παρέχει ένα φρένο στην απογοήτευση και ένα κανάλι για την ωρίμανση της αποτυχημένης εμπειρίας του περονισμού. Με καθαρό προφίλ, η αριστερά διευκολύνει την άρθρωση εναλλακτικών, μακριά από τα βάρη που σκιάζουν τον περονισμό.

O Μάκρι ξεκίνησε με μεταρρυθμίσεις

Ο Μάκρι ξεκίνησε τη θητεία του με τη σκληρή προσαρμογή που εξωράιζε κατα τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας. Η «ειλικρίνειά» του όσον αφορά την οικονομία είναι η τυπική μεταβίβαση εισοδήματος υπέρ των καπιταλιστών, που τόσες φορές έχει εφαρμοστεί στη χώρα. Προκειμένου να ενισχύσει τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων ισοπέδωσε τους μισθούς διαμέσου της αύξησης του κόστου ζωής.

Ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει στις αρχές Νοεμβρίου και ήδη έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση το κόστος των ειδών πρώτης ανάγκης. Αυτή η αύξηση αντιφάσκει με όλες τις προβλέψεις που υπαγόρευαν οι προήγουμενες αυξήσεις των τιμών. Οι αυξήσεις πυροδοτήθηκαν πριν και μετά την υποτίμηση [του νομίσματος]. Αυτή τη φορά οι επίσημες διακηρύξεις περί ‘υπευθυνότητας’ των επιχειρήσεων απέκτησαν έναν ιδιαίτερα κυνικό τόνο. Αυτοί που έπαιζαν με τις τιμές, είναι σήμερα υπουργοί και οι διαχειριστές του ιδιωτικού τομέα (οι επονομαζόμενοι CEOs) ελέγχουν τη δημόσια διοίκηση. Η διαχείριση της χώρας από τα πραγματικά της αφεντικά έχει επισφραγιστεί από ένα πληθωριστικό ντεμπούτο.

Η συνέργεια των αρχών με τους καπιταλιστές έχει ρευστοποιήσει κάθε υπόνοια περί επαναφοράς των τιμών τον Νοέμβριο. Το σύστημα των «προστατευμένων τιμών» που είχε εισαχθεί την περίοδο Κίρχνερ, υπάρχει μόνο στα χαρτιά για να υποκρύπτει την ακρίβεια. Μια κυβέρνηση που ομνύει υπέρ των αγορών δεν θα μπορούσε άλλωστε να επιβάλλει ποινές στους υπευθύνους για τον πληθωρισμό.

Ο στόχος της προσαρμογής/μεταρρύθμισης που εγκαινίασε ο Μάκρι από την πρώτη κιόλας μέρα, είναι να προκαλέσει μια ισχυρή πτώση των μισθών κατά τη διάρκεια των πρώτων αυτών μηνών. Με αυτό τον τρόπο σκοπεύει να επιτύχει την ρευστοποίηση των λαικών εισοδημάτων πρίν ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των επιχειρηματιών και των συνδικάτων. Αυτό το πλήγμα στους μισθούς κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου προκαταβάλει για τις επιπλέον περικοπές που θα επιδιώκει το μελλοντικό Κοινωνικό Συμβόλαιο, συμφωνία που θα επικυρώσει ότι θα είναι οι εργαζόμενοι που θα πληρώσουν το κόστος των στόχων μείωσης του πληθωρισμού.

Οι οικονομολόγοι του κατεστημένου επικροτούν την σημερινή πορεία αλλά υπογραμμίζουν ότι η «βιωσιμότητα» του σχεδίου εξαρτάται από την συρρίκνωση του μισθολογικού κόστους. Εκτιμούν ότι αυτός ο ακρωτηριασμός αποτελεί αδήριτη προϋπόθεση για να ξεπεραστεί η αποτυχία της τελευταίας υποτίμησης του Δεκεμβρίου του 2013.

Σε αυτή την περίπτωση η ξαφνική αλλαγή στην νομισματική ισοτιμία θα επιδράσει στις τιμές και τους μισθούς εξουδετερώνοντας τα κέρδη των εξαγωγέων και των χρηματιστών. Για να αποφύγουν αυτό τον κίνδυνο οι άνθρωποι του Μάκρι ελπίζουν ότι ο πληθωρισμός του 2016 (40%;) θα υπερβεί κατά πολύ την αύξηση των μισθών, περίπου 28%. Για το σκοπό αυτό προωθούν μεγαλύτερη νομισματική σύσφιξη και δημοσιονομικές περικοπές, μέσω των οποίων αποσκοπούν να κάμψουν την αντίσταση των εργαζομένων.

Σε αντίθεση με το 2013 η δεξιά ελέγχει σήμερα την κυβέρνηση και έχει δεσμευθεί για μια μετωπική αντιπαράθεση με τους μισθωτούς. Αποσκοπεί όμως επί της ουσίας σε μιά συνολικότερη αναδιάρθρωση της εργασίας, των εισοδημάτων και του επιπέδου οργάνωσης των εργαζομένων. Σε ένα πλαίσιο που δεν ομοιάζει με εκείνο της κατάρρευσης του 2001 –πριν την άνοδο στην εξουσία του Νέστορ Κίρχνερ- που επέτρεψε μια υπερ-υποτίμηση χωρίς μεταβιβάσεις στις τιμές των προϊόντων και τους μισθούς.

Αφού ικανοποίησε τα αιτήματα των επιχειρηματιών με τα πρώτα του μέτρα, ο Μάκρι απέρριψε τις βασικές απαιτήσεις των μισθωτών και κατέστησε σαφές ότι θα επικυρώσει τις συμφωνημένες αυξήσεις μόνο για κάθε ένωση του ιδιωτικού τομέα, ως εάν ο πληθωρισμός να μην άγγιζε τους δημόσιους υπαλλήλους. Αποσκοπεί έτσι στο να διαπραγματεύεται κάθε τομέας εργαζομένων τα μισθολογικά του μόνος του. Τόσο έχει ενσωματώσει την αστική ιδεολογία που ανακοίνωσε χωρίς αιδώ γενικευμένες παροχές για τους καπιταλιστές, ενώ απαιτεί κατακερματισμένες διαπραγματεύσεις με τους εργαζομένους.

Η ομάδα Μάκρι επιδεικνύει πλάνα τεχνοκρατικής προσαρμογής, ως εάν να προέκυπταν από τις φυσικές απαιτήσεις κάποιου μηχανισμού. Για αυτό το λόγο περιγράφουν τις τεχνικές λεπτομέρειες της υποτίμησης χωρίς να αναφέρουν τις ειδεχθείς κοινωνικές της επιπτώσεις.

Αυτοί που βγαίνουν κερδισμένοι με τη νέα κυβέρνηση

Το αγρεμπόριο αποτελεί τον κύριο εποφελούμενο από την ταυτόχρονη απόφαση να υποτιμηθεί το νόμισμα και να μειωθούν οι παρακρατήσεις για τις εξαγωγές. Ο συγκεκριμένος κλάδος αύξησε τα έμμεσα κέρδη του κατά 50-90% και καρπώθηκε 3.700 εκατομμύρια δολάρια με επιπρόσθετη αξία 40% εάν υπολογιστούν στο εθνικό νόμισμα.

Οι εταιρίες δημιτριακών πόνταραν για μήνες σε αυτήν την καθυστερημένη έκβαση για την διευθέτηση των εξαγωγών. Επιπλέον οι μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι αγρεργολάβοι αύξησαν τις περιουσίες τους, με εσωτερικές τιμές που ακολουθούσαν το ύψος της διεθνούς τους κερδοφορίας. Όλοι καθορίζουν τις τιμές τους αναλόγως με το τι λαμβάνουν από τους εξαγωγείς. Για το λόγο αυτό η τιμή του κρέατος, του αλευριού, του κοτόπουλου και των οσπριών αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό. Η σόγια παρασύρει σε αύξηση τις τιμές των προϊόντων που ανταγωνίζονται για τη χρήση των ίδιων εκτάσεων.

Αυτή η αλληλουχία κάνει ιδιαίτερα ειδεχθή την μείωση των παρακρατήσεων. Η φορολογική αυτή μείωση επανασυνδέει τις τοπικές τιμές των τροφίμων με την διεθνή τους τιμολόγηση και αφαιρεί κάθε προστασία από τον Αργεντίνο καταναλωτή. Οι αγρεξαγωγείς έχουν επανακατοχυρώσει την εξέχουσα θέση που είχαν κάποτε και έχουν εξαμολύσει την εκδίκησή τους για το Διάταγμα 1252.

Ο Μάκρι προσπαθεί να καταστήσει τη γεωργία προνομιακό πεδίο αναβιώνοντας το φιλελεύθερο φαντασιακό περί «συγκριτικών πλεονεκτημάτων». Υποθέτει ότι η χώρα θα προοδεύσει ενισχύοντας το προφίλ της ως εξαγωγέας βασικών αγαθών. Αποσκοπεί δηλαδή στο να πάρει η διείσδυση στις διεθνείς αγορές το χαρακτήρα ευρύτερου εκσυχρονισμού μετατρέποντας [τη χώρα] από «παγκόσμιο σιτοβολώνα» σε «πλανητική υπεραγορά».

Ωστόσο, η δομική υποανάπτυξη που ιστορικά γέννησε η πριμοδοτημένη performance της οικονομίας μας θα επιδεινωθεί με την πώληση περισσότερο κατεργασμένων τροφίμων. Αυτό το μοντέλο δε δημιουργεί δουλειές, αποθαρρύνει τις επενδύσεις στη βιομηχανία, πολλαπλασιάζει τις πλημμύρες και συντελεί στην εξάπλωση της καταστροφής του περιβάλλοντος. Με την άνθηση του αγρεμπορίου στο στόχαστρο, ο Μάκρι ανοίγει τις πόρτες στις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την Ασία, την Ευρώπη και τη Συμμαχία του Ειρηνικού. Προβάρει αυτή τη δυνατότητα αρχής γενομένης από τη νέα συνεργασία με τη Βραζιλία.

Όμως, η τρέχουσα μεταρρύθμιση επίσης ευνοεί τις τράπεζες. Αυτές εισπράττουν μεγάλα κέρδη μέσω διαπραγματευόμενων δανείων για να συγκρατήσουν την υποτίμηση. Θα κερδίσουν περιουσίες εάν εδραιωθεί η χρέωση 20.000 εκ. δολαρίων για να στηρίξουν τα αποθέματα και να ελέγξουν το νέο συναλλαγματικό μερίδιο. Αυτά τα δάνεια προέρχονται από ξένες τράπεζες (Repo), Κινέζικά ιδρύματα (μετατρέψιμα γιουάν) και αργεντίνικα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που διαχειρίζονται τη φυγή κεφαλαίων (επανένταξη δολαρίων χωρίς προσαρμογές).

Η μεγάλη εν εξελίξει υποθήκευση παρουσιάζεται ως δείγμα «εμπιστοσύνης» στη χώρα. Επαναλαμβάνεται το αφήγημα που ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν οι τραπεζίτες για να αδειάσουν την Αργεντινή. Μέχρι στιγμής, κανένα από τα δάνεια δεν έχει παραγωγικούς σκοπούς. Καλύπτουν μόνο κάποια τρέχοντα έξοδα και σταθεροποιούν την τιμή του δολαρίου. Οι τράπεζες είναι διατεθειμένες να κερδοφορήσουν επίσης με τα υψηλά επιτόκια (38-40%) που εισήγαγε η κυβέρνηση για να σταματήσει οποιοδήποτε αγώνα δρόμου κατά του δολαρίου. Κατά αυτόν τον τρόπο, επανέρχεται το γνωστό «ποδήλατο» της εισαγωγής κεφαλαίων-«χελιδόνια» που θα συνεχίσουν το ταξίδι τους μόλις εξαντληθεί το καζίνο.

Ο τρίτος δικαιούχος του σχεδίου είναι η βιομηχανική αστική τάξη που δραστηριοποιείται στις εξαγωγές. Αυτή κέρδισε τη μείωση των παρακρατήσεων και την άρση των ρυθμίσεων που περιόριζαν την εισαγωγή πρώτων υλών (DJAI). Θα αρχίσει να λαμβάνει τα καθυστερημένα δολάρια από αυτές τις αγορές και διαπραγματεύεται ένα ομόλογο για να τακτοποιηθούν οι απλήρωτες αγορές και τα κέρδη που δεν επιστράφηκαν στο εξωτερικό.

Η πρώτη υπόσχεση προς αυτόν τον τομέα είναι η εφαρμογή μιας κρατικής αντιεργατικής πολιτικής, την οποία ο μακρισμός ντύνει με καλέσματα στην εργατική «τάξη, παραγωγικότητα και πειθαρχία». Η νέα κυβέρνηση αναθέτει σε πολυάριθμους ειδικούς να αυξήσουν τους ρυθμούς της εργασίας, να σχεδιάσουν απολύσεις και να καταδιώξουν ακτιβιστές.

Επίσης, οι εργολαβικές εταιρείες δημόσιων υπηρεσιών θα λάβουν το μερίδιό τους. Οι ταρίφες ετοιμάζονται με την κήρυξη ενεργειακής κατάστασης έκτακτης ανάγκης και τη μηνιαία έκδοση λογαριασμών. Αυτές οι αυξήσεις στόχο έχουν να ανασυστήσουν τα ταμεία των εταιρειών. Έκαναν περιουσίες με τις ιδιωτικοποιήσεις και διατήρησαν τα συμβόλαιά τους κατά την τελευταία δεκαετί επιχορηγήσεων. Τώρα επανέρχονται τα επιχειρήματα της τέλειας αρμονίας – που ο κιρχνερισμός διέδωσε αλλά δεν εφάρμοσε- για να δικαιολογήσουν τις αυξήσεις στο φυσικό αέριο και στο ηλεκτρικό ρεύμα. Δηλώνεται ότι οι πλούσιοι ξοδεύουν ενέργεια για να ζεστάνουν τις πισίνες τους και ότι η ανώτερη τάξη πληρώνει τρελούς λογαριασμούς στον κλιματισμό. Αυτές οι καταχρήσεις θα διορθώνονταν με μια επιβάρυνση στην υπηρεσία, ωστόσο ο πραγματικός σκοπός αυτών των ισχυρισμών είναι να τιμωρηθεί ολόκληρος ο πληθυσμός.

Το ίδιο συμβαίνει με τις ισχύουσες τιμές στο εσωτερικό της χώρας. Καθώς προφανώς είναι πιο υψηλές, θα έπρεπε να μειωθούν αντί να ακριβύνουν οι λογαριασμοί των χρηστών κατοίκων του Μπουένος Άιρες. Ο διαχειριστής της πετρελαϊκής Shell, που τώρα διαχειρίζεται την ενέργεια της χώρας, έχει βάλει στο στόχαστρο τη διασφάλιση τιμών για τα καύσιμα που αυτή τη στιγμή είναι διπλάσιες των διεθνών τιμών. Με αυτούς τους αριθμούς οι χρήστες όχι μόνο εξοφλούν τα κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών, αλλά ταυτόχρονα εμποδίζεται και η δομική αναδιάρθρωση σε ένα μοντέλο αιολικής και ηλιακής ενέργειας.

Ο Μάκρι έχει σχεδιάσει ένα πλάνο για όλη την καπιταλιστική τάξη. Οι διαθέσεις αυτές αποτυπώνονται στη σημαντική διεύρυνση του ξεπλύματος κεφαλαίου. Οι φοροφυγάδες –στους οποίους ο κιρχνερισμός απέδιδε χάρη ανά τακτά διαστήματα- τώρα θα έχουν στη διάθεσή τους άλλον τρόπο να αφήσουν τις δραστηριότητές τους να διαφανούν, χωρίς να περάσουν από την AFIP (Ομοσπονδιακή Διαχείριση Δημοσίων Εσόδων).

Εντάσεις και πολιτική στήριξη

Οι νεοφιλελεύθεροι γιορτάζουν. Όμως, η βροχή κερδών που διανέμει ο μακρισμός τρέφει επίσης σοβαρά προβλήματα. Η πιο προβλέψιμη διαμάχη διακρίνεται με την ύφεση. Ο συνδυασμός πληθωρισμού-υποτίμησης και υψηλών τιμών επιφέρει δυνατές συσταλτικές τάσεις στο επόμενο τετράμηνο. Αν διατηρηθεί η αύξηση των επιτοκίων με σκοπό τη συγκράτηση του δολαρίου, η ύφεση θα φτάσει σημαντικά ποσοστά. Η αύξηση της τιμής των δανείων δεν επηρεάζει μόνο την τρέχουσα παραγωγή. Έχει επίσης αντίκτυπο σε πιο «τραπεζοποιημένες» και εξαρτώμενες από τα ποσοστά καταναλωτικές χρήσεις.

Παρά τη μεγάλη υποτίμηση, είναι απίθανο να αντισταθμίσουν οι εξαγωγές τη σμίκρυνση της αγοραστικής δύναμης. Το εξωτερικό σκηνικό έχει αποδειχθεί δυσμενές λόγω της επικρατούσας αναίρεσης στον κύριο εταίρο (Βραζιλία) και στον μεγαλύτερο πελάτη (Κίνα) της χώρας. Επιπλέον, η αύξηση των επιτοκίων στις ΗΠΑ προκαλεί σκληρό ανταγωνισμό στην προσέλκυση περίσσιων κεφαλαίων. Για αυτόν τον λόγο, είναι αβέβαιη η άφιξη των επενδύσεων που υπόσχεται ο Μάκρι. Μια εισροή οικονομικού συναλλάγματος θα έπρεπε να αντισταθμίσει τη φθίνουσα είσοδο εμπορικών δολαρίων, που συνοδεύει το τέλος του υπερκύκλου των πρώτων υλών. Το 2015 κλείνει με πτώση του εμπορικού πλεονάσματος, κι καθώς η σόγια πλέον δεν αξιολογείται στα 600 δολάρια, εντείνονται οι διαμάχες για τη διατήρηση των αγορών των άλλων εξαγώγιμων προϊόντων.

Πιο άμεσες εντάσεις διαφαίνονται στο φορολογικό πεδίο. Ο Μαουρίσιο Μάκρι κληρονομεί ένα έλλειμμα 7 μονάδων του ΑΕΠ και πολυάριθμες επαρχίες χωρίς δικά τους κονδύλια για την πληρωμή των μισθών. Όλα τα μέτρα που ανακοίνωσε διευρύνουν την ψαλίδα των δημόσιων λογαριασμών. Μείωσε δραστικά τις παρακρατήσεις για τους αγροκτηνοτρόφους χωρίς να εξηγήσει πώς θα καλύψει αυτή την τρύπα στη χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα. Οι οικονομολόγοι του ετοιμάζουν υψηλές ταρίφες για να καλύψουν αυτό το χάσμα και σχεδιάζουν σκληρές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, στους μισθούς και στις συντάξεις του δημόσιου τομέα.

Στρατηγικός στόχος του Μάκρι είναι η επανεκκίνηση ενός νεοφιλελεύθερου κύκλου με μεγαλύτερη κρατική παρακολούθηση, για να διαλυθεί η εντύπωση της «νεο-ανάπτυξης» της τελευταίας δεκαετίας. Η βιωσιμότητα του προγράμματός του δίνει χώρο σε αμέτρητες εικασίες. Μέχρι στιγμής, είναι μόνο εφικτό να καταγράψουμε το πασιφανές μιας τέτοιας προσαρμογής που τακτοποιηθήκε μέσω σύναψης χρέους. Θα χρειαστεί δυνατή πολιτική στήριξη για να υποστηρίξει ένα αντιλαϊκό σχήμα, που θα επιταχύνει τον διχασμό στην κυρίαρχη τάξη.

Απέναντι σε αυτές τις προοπτικές ο Μάκρι διευρύνει τις πολιτικές του συμμαχίες και εξασφαλίζει τον έλεγχό του πάνω στο Κράτος. Καταλαμβάνει όλους τους χώρους, τοποθετεί υπαλλήλους αρμόδιους για την αντιμεταρρύθμιση και πιέζει για τα «κουτσουρέματα» που εκκρεμούν στους τομείς της Δικαιοσύνης και των μέσων ενημέρωσης. Ο νέος πρόεδρος ήδη ξεκίνησε να κυβερνά μέσω διατάγματος παραβιάζοντας τα καλέσματά του για ρεπουμπλικανική συσπείρωση. Επιχείρησε να διορίσει με το δάχτυλο τους δικαστές που υπολείπονταν στο Ανώτατο Δικαστήριο, γνωρίζοντας ότι χρειάζεται ευνοϊκά δικαστήρια που θα μπλοκάρουν την άμυνα απέναντι στις μεταρρυθμίσεις.

Συν τοις άλλοις, επιδιώκει επικοινωνιακή ασυλία για να μειώσει την ορατότητα των διαδηλώσεων. Επενέβη στο έργο της AFSCA (Ομοσπονδιακή Αρχή Υπηρεσιών Οπτικοακουστικής Επικοινωνίας), αδιαφορώντας αναιδώς για την αυτονομία αυτού του οργανισμού. Αποπειράται να θάψει τον Νόμο για τα Μέσα Επικοινωνίας με αντάλλαγμα την ευνοϊκή κάλυψη των ειδήσεων από τον ισχυρό όμιλο Clarín y la Nación. Στη θέση του πλουραλισμού που έταξε, ετοιμάζεται να κυριαρχήσει την οθόνη με αφηγήματα υπέρ του κυβερνώντος κόμματος και με χειραγώγηση της πληροφορίας.

Ωστόσο, η σταθερότητα της κυβερνήσεώς του εξαρτάται από τις συμφωνίες που κλείνει με τους κυβερνήτες και τον περονισμό στο Κονγκρέσο. Ο Μάκρι διαπραγματεύεται τους νόμους των προσαρμογών με τη «μεγάλη πένα» και ορίζει τα τσεκ και τους διορισμούς. Καθώς οι μεγάλες μάχες θα κριθούν στους δρόμους, ο Μάκρι ετοιμάζει επίσης την ποινικοποίηση των διαδηλώσεων. Χτύπησε τους εργάτες της Cresta Roja, δοκίμασε μια απελπισμένη αποστολή αστυνομικών στο Jujuy και ολοκληρώνει τις λεπτομέρειες ενός πρωτοκόλλου για να επιτεθεί ενάντια στους απεργούς. Ο ίδιος πρόεδρος που διαφημίζει την απελευθέρωση του υποκινητή των εγκληματικών “guarimbas” στη Βενεζουέλα κάνει τα στραβά μάτια μπροστά στη φασιστοειδή έξαρση των φίλων του στο Mar del Plata.

Δύο υπεύθυνοι

Η δρομολογημένη οικονομική κατάχρηση αναπτύσσεται εν μέσω ενός μεγάλου παιχνιδιού σχετικά με τον φταίχτη, που ζαλίζει τον πληθυσμό. Μακριστές και κιρχνεριστές αλληλοκατηγορούνται για το ποιος είναι ο υπεύθυνος της τωρινής προσαρμογής. Από τη μια μεριά, οι οικονομολόγοι του PRO δηλώνουν ότι λαμβάνουν μέτρα για να διορθώσουν την «κληρονομιά που έλαβαν». Από τη μεριά τους, οι πρώην αξιωματούχοι της απερχόμενης προέδρου διακηρύσσουν ότι «η οικονομία πήγαινε καλά» και ότι μόνο απαιτούνταν μερικές «βαθμιαίες διορθώσεις». Τα δύο αφηγήματα είναι πλασματικά και ελλοχεύουν την εφαρμογή μιας αναδρομικής λύσης απέναντι στις ανισσοριπίες που γέννησε η εποχή των Κίρχνερ.

Ο τεχνητός χαρακτήρας αυτής της αντιπαράθεσης είναι πολύ ορατή στις ερμηνείες για τον πληθωρισμό και την υποτίμηση. Οι άνθρωποι του Μάκρι λένε ότι η πρόεδρος ανέχτηκε αυξήσεις στις τιμές, προκειμένου να λερώσει το έδαφος για τον διάδοχό της και το οικονομικό επιτελείο αυτής υποστηρίζει ότι δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τις αυξήσεις που επιτάχυναν οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις περί υποτίμησης, στις οποίες προέβαινε η δεξιά ήδη στην προεκλογική της εκστρατεία. Εν μέσω αυτής της συζήτησης οι καπιταλιστές αυξάνουν τις τιμές, απαλλαγμένοι από την ευθύνη.

Ο Μάκρι ισχυρίζεται ότι του άφησαν «περιφερειακές οικονομίες υπό κατάρρευση» και οι κιρχνεριστές τον κατηγορούν ότι έκανε υποτίμηση για να «χτυπήσει τους μισθούς». Το βέβαιο είναι ότι το PRO μεταφέρει έσοδα στους πλούσιους και ότι η Κριστίνα Κίρχνερ σκόπιμα καθυστέρησε την τιμή του συναλλάγματος για να μεταφέρει το βάρος της προσαρμογής στον διάδοχό της. Ο Μάκρι επίσης προκηρύσσει ότι συνάπτει δάνειο με σκοπό να αμβλύνει τις ανισορροπίες μιας «Κεντρικής Τράπεζας χωρίς αποθεματικά». Αντιθέτως, οι υποστηριχτές της Κριστίνα Κίρχνερ καταγγέλλουν την υπό διαμόρφωση υποθήκευση, στηρίζοντας μια «μη χρεωμένη οικονομία». Το βέβαιο είναι ότι το PRO δουλεύει για τους πιστωτές απέναντι σε μια αποκεφαλαιοποίηση που προκλήθηκε από τις πληρωμές του χρέους που έκαναν οι προκάτοχοί του.

Εν μέσω αυτών των αντιμαχιών ο μακρισμός προωθεί τη σύναψη δανείου υποστηρίζοντας ότι πρέπει να απορροφήσει το βουνό από βάρη που προέκυψαν από τον κιρχνερισμό. Με αυτό το επιχείρημα κρύβει τις βαριές υφεσιακές επιπτώσεις του νομισματικού του κύκλου. Οι κιρχνεριστές διεκδικούν με τη σειρά τους την αύξηση της κατανάλωσης.

Για να αποσαφηνίσουμε το νέο τοπίο, πρέπει να αποδώσουμε ευθύνες τόσο στη νεοφιλελεύθερη επίθεση όσο και στις αποτυχίες του προοδευτισμού της εποχής Κίρχνερ. Ο Μάκρι περιβάλλεται από στελέχη των φιλελεύθερων χρόνων της δεκατίας του ‘90 και από άνδρες του κατεστημένου που ανέκαθεν βρίσκονταν στα ηνία της οικονομικής εξουσίας. Η ελευθερία δράσης που θα πετύχουν θα είναι ανάλογη της ζημιάς που θα υποστεί ο λαός. Ωστόσο, οι εικασίες που αναπτύσσουν οι κιρχνεριστές οικονομολόγοι σχετικά με τη διαχείριση που έκαναν είναι εξίσου αβάσιμες. Τα λάθη αυτής της εμπειρίας θα επαναληφθούν αν αποφευχθεί μια αξιολόγηση των όσων συνέβησαν.

Το μοντέλο της τελευταίας δεκαετίας όξυνε τις δομικές ανισορροπίες του αργεντίνικου καπιταλισμού. Διατήρησε μια αναδρομική φορολογική πολιτική, διασφάλισε την πριμοδότηση της σόγιας, επιδείνωσε την εξάρτηση από την εξόρυξη μεταλλευμάτων και πετρελαίου και διαιώνισε τη συγκεντρωτική βιομηχανική δομή. Επίσης, παραχώρησε μεγάλες επιχορηγήσεις σε «φίλους καπιταλιστές» που εμπόδισαν μεταβολές στους πυλώνες της κοινωνικής ανισότητας.

Είναι απαραίτητο να σκίσουμε τον κορσέ των δύο καπιταλιστικών εναλλακτικών ως μοναδικού προγράμματος για την Αργεντινή. Αν υπάρχουν μόνο νεoφιλελεύθερες και νεο-αναπτυξιακές καμπάνιες, με διαμάχες μεταξύ ορθόδοξων και ετερόδοξων, η χώρα είναι καταδικασμένη σε μια ανακύκλωση των μεν με τους δε. Η ανοικοδόμηση μιας παραγωγικής οικονομίας στην υπηρεσία της λαϊκής πλειοψηφίας ορίζει να πάρουμε άλλον δρόμο.

Ο Claudio Katz είναι οικονομολόγος, ερευνητής του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών και Τεχνολογικών Ερευνών (CONICET), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και μέλος των Οικονομολόγων της Αριστεράς (EDI). 

1 Συνασπισμός της κεντροδεξιάς που δημιουργήθηκε το 2015, συγκροτούμενο από την PRO (Propuesta Republicana, το κόμμα του Μάκρι), την Unión Cívica Radical (UCR) και την Coalición Cívica (ARI).

2 Το Διάταγμα 125 του 2008, επι κυβερνήσεως της Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρχνερ, επέβαλε μεγάλες φορολογικές παρακρατήσεις στο σιτάρι, το καλαμπόκι και τη σόγια και προκάλεσε τη σθεναρή αντίσταση των μεγάλων παραγωγών οι οποίοι απάντησαν με τέσσερις μήνες απεγίας και αποκλεισμούς δρόμων. Η πρόεδρος υπέβαλλε στο κοινοβούλιο ένα σχέδιο νόμου αναφορικά με το θέμα προκειμένου να διευθετήσει τη σύγκρουση, το οποίο όμως αν και πέρασε από τη Βουλή κώλησε στη Γερουσία.

Εκτύπωση άρθρου