Χιλή: Οι Δημοτικές Εκλογές της Υπερ-Αποχής

Του Alvaro Ramis

Μετάφραση: Afterwords

Οι δημοτικές εκλογές μας υποχρεώνουν να ρίξουμε μια κριτική ματιά στο φαινόμενο της υπερ-αποχής από τις εκλογές. Όποιος πιστεύει ότι μπορεί να εξάγει εύκολα συμπεράσματα με βάση το 65,5% που δεν ψήφισε, σφάλλει. Η Χιλή έχει ήδη ζήσει περιόδους πολύ χαμηλής συμμετοχής, συγκεκριμένα μεταξύ 1925 και 1958, χρόνια στα οποία οι ψηφοφόροι δεν ξεπέρασαν ποτέ το 35% της απογραφής.

Στο βαθμό που ο πολιτικός ανταγωνισμός έχει γίνει πιο καθοριστικός, οι αριθμοί ανεβαίνουν ολοένα και περισσότερο. Ήδη στις εκλογές του 1964 ψήφισε το 86,81% και σε αυτές του 1970 το 83,70%. Στο δημοψήφισμα του 1988 αυτός ο αριθμός φτάνει το ρεκόρ του 97,53%, στις προεδρικές του 1989 το 94,72% και στις δημοτικές του 1992 το 72%. Ωστόσο, απο εκείνη την ημερομηνία αρχίζει να διαπιστώνεται μια αύξηση στην αποχή μέσω της μη εγγραφής των νέων στους εκλογικούς καταλόγους. Και μεταξύ των εγεγγραμμένων παρατηρείται μια σταδιακή αδιαφορία απέναντι στις πολιτικές προτάσεις από τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1997 και μετά, όπου καταμετρήθηκαν 13,51% άκυρες ψήφοι. Εκλογική αναμέτρηση με την εκλογική αναμέτρηση ο φόβος για τις κυρώσεις άρχισε να μειώνεται μεταξύ του εγεγγραμμένου πληθυσμού, γεγονός που σήμανε ότι η αποχή αρχίζει αργά να ανεβαίνει.

Προς απάντηση στη μικρή εγγραφή των νέων στους καταλόγους και την αυξανόμενη αποχή θεσπίστηκε το 2012 ο νόμος περί αυτόματης εγγραφής και εθελοντικής ψήφου, που έκανε το ντεμπούτο του στις εκλογές του 2012. Εκείνη τη χρονιά η αποχή έφτασε το 56,8%. Στον δεύτερο γύρο των προεδρικών τον Ιανουάριο του 2014 απείχε το 58,21% του εκλογικού σώματος. Για αυτόν τον λόγο, η αποχή της τάξεως του 65,5% επιβεβαιώνει αυτήν την τάση και δίνει έναυσμα για πιο διαφορετικές ερμηνείες. Υπάρχουν φωνές που ζητούν την επιστροφή της υποχρεωτικής ψήφου, προσπαθώντας με τη βία να καταπιέσουν το σύμπτωμα μιας άλλης μεγάλης ασθένειας. Υπάρχουν φωνές που βλέπουν στην αποχή το γονίδιο μιας επικείμενης κοινωνικής επανάστασης, χωρίς να ρωτήσουν όσους απέχουν για τον πραγματικό λόγο της απουσίας τους από τις κάλπες. Άλλοι κατηγορούν τους απόντες για ανευθυνότητα. Όμως ξεχνούν ότι η αποχή μπορεί εξίσου να είναι μια πράξη ευθύνης, εάν εκλαμβάνεται ως τρόπος να μην υποστηρίξεις απόψεις με τις οποίες δε θέλεις να συνεργαστείς επ’ ουδενί. Εν γένει, πρόκειται για ένα φαινόμενο που θα έπρεπε να μελετηθεί περισσότερο από πλευράς κοινωνικής ψυχολογίας από ό,τι από πλευράς πολιτικής ανάλυσης, διότι τα κίνητρα όσων απέχουν είναι πολύ διαφορετικά και δεν μας επιτρέπουν να εξάγουμε ένα και μοναδικό μήνυμα.

Η υπερ-αποχή παράγει διεστραμμένα αποτελέσματα: το 2012 το DC έλαβε 804.622 ψήφους (15,07%) εκλέγοντας 391 δημοτικούς συμβούλους. Το 2016 έπεσε στις 580.347 ψήφους (12,77%), ωστόσο ανέβηκε στους 402 εκλεγμένους δημοτικούς συμβούλους. Αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι τα χρόνια των σκληρών και πιστών ψηφοφόρων έχουν τελειώσει. Η συμμετοχή στις εκλογές «έχει μπει σε μίξερ», πράγμα που κάνει εξαιρετικά δύσκολη την πρόβλεψη των αποτελεσμάτων. Οι στατιστικές επιτρέπουν μόνο να εξάγουμε γενικολογικά στοιχεία: η αποχή είναι γενικοποιημένη, ωστόσο είναι ιδιαίτερα υψηλή στη Μητροπολιτική Περιοχή και στη Norte Grande. Ταυτόχρονα, είναι μικρότερη στους δήμους με υψηλά εισοδήματα. Η Vitacura είναι ο μόνος δήμος της χώρας, όπου αυξήθηκε η συμμετοχή στις εκλογές, περνώντας από το 44,9% το 2012 στο 45,1% το 2016. Στο Lo Barnechea η συμμετοχή πρακτικά διατηρήθηκε και στην Las Condes έπεσε μόνο κατά 3,2%. Στην υπόλοιπη χώρα η πτώση είναι γύρω στο 10%, ωστόσο η ψαλίδα στην εκλογική συμμετοχή μεταξύ πλούσιων και φτωχών δήμων αυξήθηκε υπερβολικά.

Ο παράγοντας αυτός εξηγεί την ήττα εμβληματικών υποψηφίων του συνασπισμού Nueva Mayoría. Στο Σαντιάγο στις εκλογές του 2012 η Carolina Tohá έλαβε 45.520 ψήφους και ο Pablo Zalaquet 36.932. Το 2016 η Tohá κερδίζει 23.039 και ο Alessandri: 29.862. Και οι δυο υποψήφιοι χάνουν ψήφους αλλά με διαφορετική αναλογία. Ο Nueva Mayoría έχασε το 50% των ψήφων, ενώ η δεξιά έχασε μόνο το 20%. Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και στην Providencia. Το 2012 η Josefa Errázuriz πετυχαίνει 37.680 ψήφους και ο Cristián Labbé 29.697. Το 2016 η Errázuriz λαμβάνει 25.425 έναντι 32.092 της Matthei. Ενώ η υποψήφια του NM χάνει ένα 33% των ψήφων, η υποψήφια με τη δεξιά τις αυξάνει, αν και μόνο κατά 8%.

Αντιθέτως, σε άλλους δήμους, όπου οι υποψήφιοι με το NM κατόρθωσαν να κινητοποιήσουν τις βάσεις τους, παρατηρείται το αντίστροφο φαινόμενο. Το 2012 ο Daniel Jadue πέτυχε στη Recoleta 20.311 ψήφους και το 2016 συγκέντρωσε 22.184, σημειώνοντας αύξηση της τάξεως του 9,2%. Αντίθετα, η δεξιά πέρασε από τις 18.028 ψήφους στις 15.103, γεγονός που σήμανε μια απώλεια της τάξεως του 16%. Στο πλαίσιο της υψηλής αποχής αυτή η διαφορά διευρύνθηκε ποσοστιαία, για αυτό και ο υποψήφιος του PC κατόρθωσε να περάσει από το 41,68% στο 56,2%. Το 2012 ο Mauro Tamayo (IC) έλαβε στην Cerro Navia 19.920 ψήφους, ενώ τώρα 16.178. Όμως ο αντίπαλός του Luis Plaza (RN) πέρασε από τις 21.527 στις 15.224. Τα παραδείγματα αφθονούν και αποδεικνύουν ότι το κλειδί των θριάμβων έγκειται στην ικανότητα να διατηρήσεις ψήφους, παρά να τις αυξήσεις.

ΓΙΑΤΙ ΑΠΕΧΟΥΝ ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΟΥΝ;

Αυτοί οι αριθμοί δείχνουν ότι η αποχή δεν επηρεάζει κατ’ αρχήν έναν και μόνο πολιτικό τομέα. Την αποχή επιλέγουν ψηφοφόροι της δεξιάς, του κέντρου και της αριστεράς, αλλά και πολλοί που δεν ταυτίζονται με κάποια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση. Ωστόσο, το εκλογικό σώμα της δεξιάς απέχει κατά μέσο όρο λιγότερο από τους υπόλοιπους, δεδομένου ότι οι ψηφοφόροι με υψηλό εισόδημα κατέχουν τις πιο καταλαγιασμένες εκλογικές συνήθειες.

Από την άλλη μεριά, οι λόγοι της αποχής τους διαφέρουν. Καθώς ένας ψηφοφόρος του κέντρου ή της αριστεράς συνηθίζει να θεωρεί μεμπτή τη χρηματοδότηση εταιρειών όπως η SQM, όπως αυτή που έλαβαν ο Marco Enríquez-Ominami και η Carolina Tohá, για έναν ψηφοφόρο της δεξιάς το γεγονός αυτό δε μοιάζει κατακριτέο, δεδομένου ότι περιμένει από τα κόμματά του να υπερασπιστούν τις μεγάλες εταιρείες, και ως εκ τούτου δε βλέπουν κάποια σύγκρουση συμφερόντων ή καταπάτηση αρχών. Αντιθέτως, ένας ψηφοφόρος της δεξιάς φαίνεται να απέχει τιμωρητικά απέναντι σε μια κακή διοικητική ή οικονομική διαχείριση εκ μέρους των εκπροσώπων τους. Ούτε ισχύει όμως ότι οι ψηφοφόροι της «αριστεράς» πάντα έχουν αναστολές απέναντι στη διαφθορά. Πώς να εξηγηθεί αλλιώς ο θρίαμβος του Mauricio Soria στο Iquique, κληρονόμου μιας γενιάς της οποίας της επιρρίπτουν αθέμιτες πρακτικές κάθε είδους; Ή το υψηλό ποσοστό που πήρε ο Diego Iglesias, πολιτικός κληρονόμος του Jaime Pavez στην La Pintana (24,4%);

Ένα χαρακτηριστικό που μοιάζει να κινητοποιεί στο σύνολό της τη συμμετοχή έγκειται στο γεγονός ότι οι ψηφοφόροι λαμβάνουν υπόψη ένα συγκεκριμένο και άμεσο όφελος από το δήμο. Οι διοικήσεις που επενδύουν στις υποδομές, σε οδικά έργα και σε οφέλη απτά και χειροπιαστά έχουν μεγάλη επιτυχία. Αυτή είναιι η περίπτωση του Germán Codina στο Puente Alto ή του Rodolfo Carter στη La Florida. Αντιθέτως, δεν εκτιμάται μια διαχείριση σαν αυτή της Josefa Errázuriz, η οποία κατάρτισε ένα ρυθμιστικό σχέδιο πολεοδομικά εξαιρετικό και ένα πολύ προχωρημένο διοικητικό συμβούλιο με τη συμμετοχή των πολιτών, που όμως δεν κατάφερε να περάσει αυτά τα προοδευτικά βήματα σε πολίτες ελάχιστα συνηθισμένους σε αφηρημένες, άυλες και μακροπρόθεσμες αλλαγές. Αυτή είναι μια μεγάλη πρόκληση για την αριστερά, καθώς ο «πραγματισμός» υπό όρους λαβινισμού1, οι πελατειακές σχέσεις και η εγγύτητα (στο χρόνο) μοιάζουν να υπερτερούν σε σχέση με μια τεχνικά αψεγάδιαστη διοίκηση, ωστόσο λίγο χειροπιαστή στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

ΤΑ ΣΚΛΗΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 

Σε δημαρχιακό επίπεδο η δεξιά έλαβε φέτος ένα 39,2% και ο συνασπισμός Nueva Mayoría ένα 38,1%. Το υπόλοιπο 22,7% είναι ένας χώρος διαφόρων ανεξάρτητων. Ένα 17% θα μπορούσε να συγκαταλεχθούν ως σύμμαχοι του ενός ή του άλλου μεγάλου μπλοκ. Οι υποψήφιοι που δεν ευθυγραμμίζονται ξεκάθαρα με τη δεξιά ή το Nueva Mayor αντιστοιχούν μόνο στο 5,9% των δήμων της χώρας. Όμως σε αυτόν τον χώρο υπάρχουν μόνο τέσσερις μεγάλοι δήμοι: ο Jorge Sharp, από το Movimiento Autonomista στο Valparaíso, ο Gonzalo Montoya (πρώην PRO) στο Macul, ο Juan Rozas στο Pedro Aguirre Cerda και ο Gerardo Espíndola (Partido Liberal, de Vlado Mirosevic) στο Arica.

Σε επίπεδο δημοτικών συμβούλων, το σύνολο των τριών μεγάλων καταλόγων του Nueva Mayoría φτάνει το 47,1%, έναντι του 40,6% της δεξιάς. Ωστόσο, ο Nueva Mayoría δεν αξιολόγησε αυτόν τον θριάμβο, καθώς βρίσκεται βυθισμένος σε μια λογική εσωτερικού ανταγωνισμού εν όψει της επιλογής προεδρίας. Και η αναδυόμενη αριστερά, εν μέσω τεράστιας διασποράς, συγκεντρώνει ένα 8,0%. Αν προστεθούν σε αυτόν τον χώρο οι οικολόγοι, οι φιλελεύθεροι και οι τοπικιστές, φτάνει το 11,1%. Όμως, αν είχαν συνεργαστεί σε ένα κοινό πλαίσιο για την κατάρτιση αυτών των καταλόγων, χωρίς αμφιβολία το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ μεγαλύτερο.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΒΑΛΠΑΡΑΪΣΟ

Όπως προειδοποίησε το περιοδικό Punto Final τον περασμένο Αύγουστο, «οι περιπτώσεις ευρύτερης συνεργασίας, όπως στο Βαλπαραΐσο», μπορούν να δείξουν τον δρόμο για το μέλλον με την προοπτική να τεθούν οι βάσεις για ένα Ευρύ Αριστερό Μέτωπο σε εθνικό επίπεδο στις εκλογές του 2017. (1) Πράγματι, ο θρίαμβος του Jorge Sharp εξηγείται από την αποφασιστική πολιτική βούληση για συντονισμό των κοινωνικών κινημάτων, των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων που πραγματοποίησαν κύκλους συζητήσεων και σύγκλισης που κατέληξαν σε δεσμευτικές εσωτερικές εκλογές. Από αυτή τη διαδικασία προέκυψε η ηγεσία του Jorge Sharp που κατόρθωσε να προσφέρει μια ισχυρή εναλλακτική έναντι αμφιλεγόμενων υποψηφιοτήτων της δεξιάς και του NM.

Το «μοντέλο του λιμανιού2» δεν είναι εξαγώγιμο με αυτόματο τρόπο. Στο Βαλπαραΐσο συναντώνται συγκεκριμένα στοιχεία: είναι μια πόλη με λιμάνι, πανεπιστήμιο και τουρισμό, με παράδοση στον συνδικαλισμό, στην οποία ο δήμος είναι ένας καθημερινός παράγοντας λόγω της γεωγραφίας και του παραγωγικού μοντέλου. Ωστόσο, αυτό που είναι σημαντικό και μπορεί να εξαχθεί σε οποιοδήποτε μέρος είναι το δημοκρατικό άνοιγμα της πολιτικής διαδικασίας μέσω εσωτερικών εκλογών που προκύπτουν από κοινωνικά κινήματα διαφορετικού χαρακτήρα και ιδεολογικής μήτρας.

Άλλα συμπεράσματα από αυτές τις εκλογές: τα θετικά αποτελέσματα άλλων αναδυόμενων δυνάμεων που είναι σημαντικό να σχολιάσουμε. Πρώτον, αυτά πολλών υποψηφίων δημάρχων του Partido Ecologista Verde (Κόμμα Οικολόγων Πράσινων): ένα 21,5% στη La Cisterna, 10% στο El Bosque, 7,2% στο Las Condes, 9,8% στο Ñuñoa, είναι μερικά παραδείγματα. Οι Πράσινοι καθιερώνονται ως υπολογίσιμη δημοτική δύναμη στην πολιτική σκηνή της Χιλής. Η Revolución Democrática (Δημοκρατική Επανάσταση) συγκέντρωσε 1,3% των ψήφων, έχοντας όμως μόλις 90 υποψήφιους. Κατά αυτόν τον τρόπο, είναι αξιοσημείωτο ότι τώρα έχουν παρουσία στο δημοτικά συμβούλια των δήμων Σαντιάγο, Providencia, Ñuñoa, La Reina, Macul, Pedro Aguirre Cerda, San Miguel, Llanquihue και Antofagasta, γεγονός που τους δίνει μια βάση για να καθιερωθούν ως κόμμα. Και υπάρχουν πολλοί τοπικοί ηγέτες που θα έπρεπε να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους: ο Pedro Davis με 17% στην La Reina, η Jessica Bengoa, αυτόνομη στο Punta Arenas, η Roxana Carvajal, νέα σύμβουλος του Σαντιάγο από το Barrio Yungay, ο Rodolfo Gazmuri με 25% στο Chillán Viejo, το κίνημα Juan Polizzi στο Concepción. Τόλμη και κουράγιο περισσεύουν. Αυτό που λείπει είναι η γενναιοδωρία, η ευφυία και η συνεργασία.

(1) “Las municipales de la dispersión”, Punto Final, Nº 857.

1 Joaquín Lavín

2 Συνεκδοχικά το Βαλπαραΐσο

Δημοσιεύτηκε στο «Punto Final”, τεύχος Nº 863, 28 Οκτωβρίου 2016

Εκτύπωση άρθρου