Ενρίκε Σάντος Ντισέπολο: Ο αρλεκίνος του τανγκό

Πληθωρική προσωπικότητα και μια από της εμβληματικότερες φιγούρες του τανγκό, ο Ενρίκε Σάντος Ντισέπολο άφησε το δικό του στίγμα στο πολιτιστικό στερέωμα της Αργεντινής το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Γνωστός διεθνώς για συνθέσεις όπως το Cambalache, το Soy un arlequín και το Que vachaché, ο Ντισέπολο υπήρξε στην πατρίδα του ιδιαίτερα δημοφιλής ηθοποιός και δραματουργός με έντονη εμπλοκή στα πολιτικά και κοινωνικά τεκταινόμενα. Με αφορμή την επανέκδοση στην Αργεντινή της βιογραφίας του και με στόχο την μεγαλύτερη εξοικείωση του ελληνικού κοινού με το έργο και τη ζωή του, παρουσιάζουμε λοιπόν εδώ τον πρόλογο αυτής της δεύτερης έκδοσης όπως δημοσιεύτηκε από τον Σέρχιο Πουγιόλ στην Pagina 12 του Μπουένος Άιρες. Ο τίτλος της δεύτερης επαυξημένης έκδοσης είναι Discépolo: Una biografía argentina.

Του Sergio Pujol | Pagina 12
Μετάφραση: Afterwords

Ίσως ο νεοφερμένος αναγνώστης να μην γνωρίζει ότι ο Ενρίκε Σάντος Ντισέπολο, του οποίου η ζωή εισήλθε σχεδόν τέλεια στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ήταν μια προσωπικότητα πανταχού παρούσα κατά τη διάρκεια της ύπαρξής του και παντογνώστρια από την ημέρα του θανάτου του και έπειτα. Λίγες προσωπικότητες στην ιστορία της Αργεντινής, εάν υπάρχουν, ήξεραν να ξεδιπλώσουν όπως αυτός ένα πολύμορφο και τολμηρό ταλέντο: υποκριτική στο θέατρο, δραματουργία, συγγραφή και σύνθεση ταγκό, σκηνοθεσία και υποκριτική στον κινηματογράφο και διάφορες μορφές παρέμβασης στο ραδιόφωνο. Μάλιστα έφτασε να διευθύνει, για μικρό διάστημα, μια ορχήστρα ταγκό. Υπήρξε το πρωτότυπο του πορτένιου – πριν από την παγκοσμιοποίηση έτσι αποκαλούταν ένα υποκείμενο στο οποίο προσδιδόταν η συμβολική εκπροσώπηση όλης της πόλης-, κι από το 2008 ο μικρός διαγώνιος πεζόδρομος που οδηγεί από την Corrientes και τη Riobamba μέχρι το Callao και τη Lavalle – εκεί κοντά ζούσαν ο Ενρίκε και η Τάνια τη δεκαετία του ‘40- ονομάζεται Πέρασμα Enrique Santos Discépolo, ένα στοιχείο αρκετά μοναδικό σε μια πόλη κάπως απρόθυμη να δώσει σε δημόσιους χώρους τα ονόματα των πολιτιστικών της ηρώων.

Ο Ντισέπολο ταξίδεψε ανά τον κόσμο, και στο Παρίσι και στη Μαδρίτη τα ταγκό του “Esta noche me emborracho” και “Yira… yira…” έχαιραν, ιδίως το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘30, μεγάλης φήμης. Στην Αγγλία “Yira… yira…” έφτασε να γίνει το θέμα της κεφαλίδας του πρίγκιπα της Ουλίας. Ο Ντισέπολο λατρεύτηκε στο Μεξικό της δεκαετίας του ‘40 – επισκέφτηκε την D.F. με δύο αφορμές και εκεί έζησε μια ιστορία αγάπης-, ενώ οι κύριες δημιουργίες του είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη την ήπειρο, ανταγωνιζόμενες στήθος με στήθος με τις παραστάσεις μπολερό. Ακόμα και σήμερα, τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, δύσκολα υπάρχει στη Λατινική Αμερική ένα μέρος όπου δεν είναι γνωστό το “Uno” ή το “Cafetín de Buenos Aires”, ταγκό που ο Ενρίκε έγραψε σε μουσική συνεργασία με τον Mariano Mores. Στον καιρό του διαδικιτύου είναι σχετικά απλό να γίνει ένα ντοκιμαντέρ πάνω στην παθιασμένη ζωή του –έγιναν μερικά για τη δημόσια τηλεόραση και τα πολιτιστικά κανάλια, ενώ μερικές κινηματογραφικές ταινίες και θεατρικά έργα των τελευταίων χρόνων στάθηκαν σε επί μέρους πτυχές της βιογραφίας του – από οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου. Φυσικά, μπορεί κανείς να βρει στο YouTube ηχητικά από τα περισσότερα ταγκό του, μερικές φορές σε συνδυασμό με αποσπάσματα από τις ταινίες του ή τις συλλογές φωτογραφιών του.

Είναι αλήθεια ότι έξω από τη χώρα μας ο Ντισέπολο ποτέ δεν έλαβε την αναγνώριση που κέρδισαν ο Carlos Gardel και ο Astor Piazzolla – πράγμα λογικό, αν θυμηθούμε ότι ο Ενρίκε δεν ερμήνευε, ούτε τραγουδούσε ή έπαιζε τα έργα του- αλλά προκαλώ τους αναγνώστες να βρουν ένα αργεντίνικο τραγούδι, σε οποιοδήποτε είδος και αν ανήκει, που να έχει διεγείρει, για τόσο πολύ καιρό και συνάμα σε τόσα μέρη, το ενδιαφέρον που αποδίδεται στο “Cambalache” (=Ανακατωσούρας). Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ενώ σκάλιζα κάθε είδους πηγή για τη βιογραφία αυτή, συνάντησα διεθνείς αναφορές, ωστόσο αυτή που περισσότερο με εντυπωσίασε ήταν αυτή του Γάλλου δοκιμιογράφου Pierre Vidal-Naquet. Στο βιβλίο του Les assassins de la mémoire, μια οξυδερκή έρευνα πάνω στον νεοναζιστικό αναθεωρητισμό στη σύγχρονη Ευρώπη, ο Vidal-Naquet παρέθετε, στο σύνολό τους, τους στίχους του  Cambalache, πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει πιο εύστοχη μεταφορά για τη σύγχυση μεταξύ αξιών και τον ηθικό σχετικισμό που προωθούν όσοι αρνούνται την ύπαρξη του Ολοκαυτώμτος από εκείνει που επιχειρεί το “ves llorar la Biblia contra un calefón”.

Ενώ η δημόσια ζωή του Ντισέπολο πέρασε από διαφορετικές φάσεις -όταν αφοσιώθηκε πλήρως στο σινεμά άφησε για λίγο στην άκρη το ταγκό, όπως ακριβώς στο παρελθόν το τραγούδι του Μπουένος Άιρες του είχε κλέψει ώρες από την υποκριτική-, κατάφερε να σημαδέψει με το ύφος του όλα όσα έκανε. Απολύτως όλα. Ένας από τους λόγους για τους οποίους συνεχίζουμε να μιλάμε γι ‘αυτόν πρέπει να αναζητηθεί στην εξάπλωση της καλλιτεχνικής του σφραγίδας σε μια εποχή εδραίωσης και ανάπτυξης νέων πολιτιστικών μορφών. Σήμερα θα τον χαρακτηρίζαμε ως «άνθρωπο τον μέσων» (τι άσχημη λέξη), χάρη στο χάρισμά του να είναι πανταχού παρόν σε διάφορες σφαίρες της κοινωνικής επικοινωνίας. Όταν μελετά κανείς παλιά περιοδικά για τέχνες και ψυχαγωγία, αποκομίζει την εντύπωση ότι ο Ενρίκε ήταν παντού κι ανά πάσα στιγμή. (Τι θα είχε γίνει με αυτόν τις ημέρες της τηλεόρασης;). Πορτραίτα με μολύβι με το αλάνθαστο προφίλ του χρησιμοποιούνταν για να διαφημίσουν τσιγάρα και ραδιοφωνικούς δέκτες. Αυτό οδήγησε σε ένα είδος συγχώνευσης μεταξύ ζωής και έργου αρκετά ασυνήθιστης σε εκείνα τα χρόνια. Για τον Ντισέπολο πάντα μιλούσε κανείς, τόσο όσο ήταν εν ζωή όσο και αργότερα, σαν να ήταν μια προσωπικότητα, ένα πλάσμα που γεννήθηκε από μια φάρσα ή έναν στίχο του ταγκό. Φυσικά, ο ίδιος ενθάρρυνε αυτή τη φαντασμαγορία, και με αυτή την έννοια νομίζω ότι το «Είμαι ένας αρλεκίνος» ήταν το αληθινό μανιφέστο του. Ας πούμε διαφορετικά ότι του άρεσε να περπατά στη ζωή μεταμφιεσμένος ως Ντισέπολο, όπως τώρα συμβαίνει με τα αστέρια της ποπ μουσικής. Έτσι τον αγάπησε ο κόσμος, τουλάχιστον μέχρι την πολιτική θύελλα που ξέσπασε λίγο πριν από το θάνατό του.

Η συμφωνία που ο συγγραφέας υπέγραψε με το κοινό του – «συμφωνία ανάγνωσης», λέμε σήμερα με κάποια επιτήδευση- δεν ήταν κάτι συνηθισμένο, όπως προείπα. Ένα παράδειγμα. Όταν ο Alfredo Le Pera έγραψε “Arrastré por este mundo/ la vergüenza de haber sido/ y el dolor de ya no ser” (“Cuesta abajo”), κανείς δεν πίστευε ότι ο στιχουργός αναφερόταν, ούτε ακόμα και σε μακρινή έμπνευση, σε προσωπικές καταστάσεις. Ούτε καν ότι είχε στο μυαλό του κάποια ιδιωτική στιγμή του λαμπρού ερμηνευτή του, Carlos Gardel. Η εργασία και η ζωή έτρεχαν σε διαφορετικούς δρόμους. Αυτό συνέβαινε με όλους σχεδόν τους συγγραφείς. Αντίθετα, πολλοί στίχοι -που, για να κυριολεκτούμε, είναι μέτρα- του Ντισέπολο δεν έπαψαν ποτέ να ακούγονται ως εξομολογήσεις.

Φυσικά, η ερμηνεία των τραγουδιών ως βιογραφικές μαρτυρίες ή εξομολογητικό κείμενο είναι γεμάτη λάθη και φαντασιώσεις, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί με τρόπο αρκετά εντυπωσιακό. Πάω σε ένα άλλο παράδειγμα. Ήμουν ένα απόγευμα στη βιβλιοθήκη Sadaic ερευνώντας, όταν ξαφνικά ένας γέρος, με όψη πρώην μουσικού ταγκό, με ρώτησε πολύ ευγενικά πάνω σε τι δούλευα. Μόλις άκουσε το όνομα «Ντισέπολο», αμέσως άρχισε να λέει ιστορίες από το Μπουένος Άιρες της δεκαετίας του ’40. Το έκανε με τέτοιο πάθος, που γρήγορα σχηματίστηκε μια μικρή ομάδα βετεράνων, όλοι τους άνθρωποι που γνώριζαν σαφώς για το ταγκό πολύ περισσότερα από ό,τι εγώ. «Καημένε Ντισέπολο, τι στεναχώριες του έδωσε η Τάνια», είπε κάποιος με την έγκριση των υπολοίπων. «Γνωρίζεις, νεαρέ, ότι το ταγκό Esta noche me emborracho γράφτηκε την ημέρα που ο Ενρίκε γνώρισε την Τάνια;». Σε αυτό το σημείο της έρευνάς μου ήξερα ότι αυτό ήταν αδύνατο: Ο Ενρίκε και η Τάνια γνωρίστηκαν, όταν ο συγγραφέας πήγε σε ένα καμπαρέ για να ακούσει την Ισπανίδα να ερμηνεύει τη νέα της επιτυχία. Πεπεισμένος ότι κανένα στοιχείο που θα μπορούσα να συνεισφέρω σε αυτή την ανεπίσημη κουβέντα δε θα άλλαζε ούτε κατά σπιθαμή τις πεποιθήσεις του κλαμπ αντι-Τάνια (με υψηλή συμμετοχή να προσθέσω εδώ), συνέχισα τα δικά μου. Άλλωστε, αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο στην προσπάθειά μου να κατανοήσω τη σημασία του βιογραφόμενου. Αλλά δεν είναι το μόνο.

Ο Ντισέπολο στην ταινία El hincha

Κάνω ένα διάλειμμα από το έργο της ενημέρωσης. Περνάω από το Word στο Internet και εξετάζω τους τελευταίους μήνες στη χώρα σε αναζήτηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να μου φανούν χρήσιμες, στην ανάδειξη της παρουσίας των ομιλιών του Ντισέπολο στην ταραγμένη εποχή μας. Συναντώ αρκετές χρήσεις της εικόνας του Cambalache με σκοπό τη μεταφορική απεικόνιση ασυνήθιστων, και την ίδια στιγμή, χαρακτηριστικών αναμείξεων της ζωής του έθνους. Για παράδειγμα, τον περασμένο Αύγουστο ένας φημισμένος φωτογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης άνοιξε μια ενδιαφέρουσα έκθεση στο Πολιτιστικό Κέντρο Κίρχνερ. Εξηγώντας την, είπε ότι είχε προτείνει να αναπαραστήσουν «το εθνικό ον ως Cambalache». Λίγες μέρες αργότερα, ένας ηθοποιός και κωμικός ονόμασε «Discepoliana» τη στήλη γνώμης που διατηρεί σε εφημερίδα εθνικής κυκλοφορίας. Εκεί παραθέτει αυτό το “hacete a un lado» για να αναφερθεί στην αμηχανία πολλών απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα της χώρας.

Έξω από το χώρο του πολιτισμού, όπου υποτίθεται ότι οι αναφορές στon Ντισέπολο είναι περισσότερο ή λιγότερο συνηθισμένες, ανατρέχω στη στήλη ενός γνωστού αθλητικού δημοσιογράφου ο οποίος συνέκρινε την αναμφίβολα περίπλοκη κατάσταση που διένυε η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής με το Cambalache του Ντισέπολο. Ήταν ένας εύκολος αλλά εύστοχος παραλληλισμός. Όπως όλοι γνωρίζουν, το 2016 ήταν ένα πενιχρό έτος για το αργεντίνικο ποδόσφαιρο. Η ομάδα έχασε από την Χιλή στα πέναλτι στον τελικό του Κόπα Αμέρικα. Αμέσως, ξέσπασε λαϊκή κατακραυγή ζητώντας από τον καλύτερο παίκτη στον κόσμο να αναθεωρήσει τη βιαστική του απόφαση να αποχωρήσει από την εθνική που επλήγη από το κάρμα της δεύτερης θέσης. Ξαφνικά κατά αντιστροφή των επίμονων προσβολών επειδή είναι “pecho frío”, αγνοοείτα λόγια του εθνικού ύμνου και έχει έλλειμα ηγετικού πνεύματος, η κοινωνία στο σύνολό της (ξέρουμε ότι τα μέσα θέλουν να πιστεύουμε ότι είμαστε όλοι εκεί στην ήττα και στη δόξα), επικαλέστηκε την αγάπη προς την εθνική ομάδα ως αντίδοτο ενάντια στους κανόνες εμπορευματοποίησης του επαγγελματικού αθλητισμού. Μέρος του τύπου εκμεταλλεύτηκε τη συλλογική κάθαρση για να φιλοσοφήσει (πάλι!) πάνω στους «Αργεντινούς». Το περίφημο «έτσι είμαστε». Ένας σχολιαστής της πιο ισχυρής εφημερίδας στη χώρα προχώρησε ακόμη περισσότερο, και αυτοενοχοποιήθηκε, φυσικά, και χωρίς να του έχουμε δώσει την άδεια, για λογαριασμό όλων μας: «άφες ημίν», ζήτησε στον επιθετικό. Ξαφνικά, όπως στην ταινία El hincha με πρωταγωνιστή τον Ντισέπολο, η ανιδιοτελής επιθυμία της νίκης για τη νίκη -ο ιδεαλισμός του αθλητισμού- ταυτίστηκε με τα ηθικά απόθεματα σε έναν κόσμο βουτηγμένο στην απιστία και τη διαφθορά.

Σε άλλη τάξη πραγμάτων, ένα πρώην υψηλό στελεχος της προηγούμενης κυβέρνησης έζησε την πιο μεγάλη νύχτα της ζωής του. Βρέθηκε ξημερώματα στις πύλες ενός επαρχιακού μοναστηριού να ρίχνει τσάντες με εκατομμύρια δολάρια, που, σύμφωνα με τις υποψίες, δεν είχε κερδίσει με τίμιες δουλειές. Επ’ αυτοφώρω, πρέπει να τραγουδούσε από μέσα του τους εισαγωγικούς στίχους του ταγκό “Tormenta” (=Καταιγίδα): “Aullando entre relámpagos/ perdido en la tormenta/ de mi noche interminable/ ¡Dios!…”. Η τωρινή κυβέρνηση σοκαρίστηκε από την είδηση, αλλά όταν ρωτήθηκε ο πρόεδρος του έθνους σχετικά με την ύπαρξη λογαριασμών εκατομμυρίων στο όνομά του στο εξωτερικό, κατηγόρησε για έλλεψη μνήμης και προσπάθησε να υποτιμήσει την κατηγορία. Ένας βουλευτής του κόμματός του βγήκε να τον υπερασπιστεί μπροστά στις κάμερες της τηλεόρασης με ένα επιχείρημα βγαλμένο από ένα αξίωμα του πιο διάσημου ταγκό του Ντισέπολο: “Ahora no pretendan sostener que todos somos igual de corruptos” (=Μην προσπαθείτε τώρα να υποστηρίξετε ότι όλοι είμαστε εξίσου διεφθαρμένοι), σαν να υπήρχε ένα στάτους VIP της διαφθοράς. Ή μια διαφθορά χαμηλής έντασης.

Μερικές εβδομάδες μετά, ενόψει του εορτασμού για τη συμπλήρωση 200 χρόνων από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, η κυβέρνηση της Αργεντινής ετοίμασε έναν σεμνό κατάλογο με διεθνείς προσκεκλημένους. Πολλοί εξεπλάγησαν όταν είδαν εκεί τον πρώην βασιλιά της Ισπανίας Χουάν Κάρλος, μια προσωπικότητα, της οποίας η έλλειψη κύρους, ελέω οικογενειακών σκανδάλων και της ελάχιστα συμπαθούςς συνήθειάς του να κυνηγάει ελέφαντες και να φωτογραφίζεται με τη λεία του, αυξήθηκε εκθετικά τον τελευταίο καιρό. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στους στίχους του ταγκό για να θυμάται ένα από τα πιο λαμπρά αποσπάσματα του “Qué sapa, señor”: “Los reyes temblando remueven el mazo/ buscando un yobaca para disparar…”. Μια αναφορά του 1931 στους Βουρβόνους βασιλιάδες, τους οποίους λίγους στίχους παρακάτω Ντισέπολο παραθέτει αυτολεξεί (“¡Qué sapa, señor… que ya no hay Borbones!”), επέστρεψε σαν φλάσμπακ λαϊκής κουλτούρας σε μια χώρα που φαίνεται να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να σταθεί στο ύψος των πιο σαρκαστικών ασμάτων του.

Στην παρέλαση της 9ης Ιουλίου συμμετείχαν και μέλη του επονομαζόμενου Operativo Independencia – τμήμα της τρομοκρατικής μηχανής του κράτους στην επαρχία Τουκουμάν- και  του στασιαστικού κινήματος “carapintadas” που ηγήθηκε της απόπειρας πραξικοπήματος κατά της κυβέρνησης του Raúl Alfonsín. Προφανώς κανείς δεν τους κάλεσε να παραστούν στην παρέλαση, αλλά δεν τους είχαν ρητώς απαγορεύσει να το πράξουν. Ερωτηθείς για το θέμα αυτό, ο γιος του πρώην προέδρου φάνηκε πολύ συσκοτισμένος, και με μια ακούσια επίδειξη καλής μνήμης παρέθεσε σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τις πρώτες στροφές του “Cambalache”, και έτσι άφησε να εννοηθεί ότι ο κρεολός φασισμός και η ημέρα της ανεξαρτησίας είναι πράγματα που δεν πρέπει να μπερδεύονται.

Τέλος, κατά τις ημέρες του κρύου και των υψηλών τιμολογίων των δημόσιων υπηρεσιών ο πρόεδρος του έθνους δυσαρεστήθηκε από ένα αστείο που του έγινε στην τηλεόραση. Κρίνοντας από τη σημασία που δόθηκε στην αδικία, το θέμα σοβάρεψε. Τελικά, όλα έληξαν σε μια συνάντηση στο Ολίβος μεταξύ του προέδρου και του παρουσιαστή του εν λόγω προγράμματος. Εμφανώς συμφιλιωμένοι –  ωσαν να επρόκειτο για μια μυστική συνεδρίαση για την παγκόσμια ειρήνη, δεν υπερέβησαν τους όρους της ανακωχής-, οι δύο δεν είχαν καλύτερη ιδέα από το να βγάλουν μια σέλφι και να υποβάλουν το αποτέλεσμα σε μια εφαρμογή που στρεβλώνει τα πρόσωπα έως ότου τα δύο πρόσωπα γίνονται ένα. Ως αποτέλεσμα, στα κοινωνικά δίκτυα και τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης στη χώρα ο κωμικός έμεινε με το πρόσωπο του προέδρου και αυτός με το πρόσωπο του κωμικού. “Verás que todo es mentira” («Θα δείς ότι είναι όλα ψέματα») θα είχε σχολιάσει ξέρουμε ποιος.

Θα μπορούσα να συνεχίσω λίγο ακόμα, αλλά προτιμώ να σταματήσω εδώ.

Ο Ντισέπολο πέθανε το 1951. Τι μας απομένει από αυτόν; Αναμφίβολα, οι κομματιαστές φράσεις του αιχμηρού λόγου του. «“A la honradez la dan por moneditas”, “Vale Jesús lo mismo que el ladrón”, “El verdadero amor se ahogó en la sopa» … -όλα από το  “Qué vachaché”, το ταγκό του από το 1926- και εκείνα που παρέθεσα στις προηγούμενες παραγράφους. Στις δύσκολες καταστάσεις τον θυμόμαστε. Μας δίνει στίχους, μας βοηθά να ορίσουμε τα πράγματα με πικρό χιούμορ, χωρίς ποτέ να χάνεται η γκροτέσκα διάσταση της ζωής. Περιστασιακά τα νοσταλγικά σήματα της καλωδιακής τηλεόρασης μεταδίδουν μερικές από τις ταινίες του. Με ευχαριστεί να τον βλέπω να παίζει, έτσι αδυνατούλη, με τη μεγάλη μύτη του, υπερκινητικό, αχαλίνωτο. Η αλήθεια είναι ότι δεν έκανε μεγάλες ταινίες, αλλά αυτά τα γυρίσματα έχουν κάτι … το ντισεπολιικό;

Επίσης στη θύμηση μένει -και πώς όχι;- η προσκόλλησή του στον περονισμό. Η πλειοψηφία των πολιτιστικών κέντρων και αθηναίων που ονομάζονται  Enrique Santos Discépolo ή Mordisquito έχουν ιδρυθεί από άτομα προσφιλή και στρατευμένα στον περονισμό. Όπως είναι γνωστό, ο Ντισέπολο εξέφρασε την προσκόλληση σε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα, Pienso y digo lo que pienso, που μεταδόθηκε τους μήνες πριν από τις εθνικές εκλογές του 1951. Εκεί διασταυρωνόταν με τον “ncriminó”, έναν φανταστικό συνομιλητή στον οποίο ο ομιλητής έθετε επερωτήσεις με όλα τα αναγνωρισμένα επιτεύγματα της εθνικής και λαϊκής κυβέρνησης.

Εκείνα τα τελευταία χρόνια, για την ευχαρίστηση του μισού «Κ» της χώρας, τα ηχητικά μερικών από αυτά τα προγράμματα επανεμφανίστηκαν στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωης. (Είκοσι χρόνια πριν, δεν θα μπορούσα καν να φανταστώ αυτή την τεχνολογική μορφή επιστροφής). Ακόμη και στην ενότητα «δεύτερο πρωί» μιας επιτυχημένης ραδιοφωνικής εκπομπής, ένας ηθοποιός stand up εκφέρει αυτές τις ομιλίες με δεδομένα του σήμερα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ορισμένα από τα λαμπρά επιχειρήματα με τα οποία ο Ντισέπολο έψεγε τους αντιπάλους του- “Hace años y años, esto tan importante y precioso, esto que hoy es una patria era realmente un club” (=Πριν από πολλά χρόνια, αυτό το τόσο σημαντικό και πολύτιμο, αυτό που σήμερα είναι μια πατρίδα, στην πραγματικότητα ήταν πραγματικά ένα κλαμπ) –  μπορούσαν να εφαρμοστούν χωρίς πολλές τροποποιήσεις στο κλίμα πολιτικής διχόνοιας της περιόδου 2003-2015. Σε κάθε περίπτωση, το “a mí no me la vas a contar, Mordisquito” (σε εμένα δε θα μου το διηγηθείς, Mordisquito) επινοημένο από τον Ντισέπολο με αφορμή την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Αργεντινής τη δεκαετία του ’30, λειτούργησε αρκετά καλά ακόμα και σε σχέση με τη δεκαετία του ’90, πέρα από ορισμένους εξαναγκασμούς και λάθος περιοχές.

Αλλά τα υψηλότερα κέρδη του πολιτιστικού πλούτου του Ντισέπολο πρέπει να απογραφούν στις ηχογραφήσεις των ταγκό του. Πράγματι, μια χούφτα από αυτές εξακολουθεί να ερμηνεύεται, λογικά σε ρυθμό πιο αποστασιοποιημένο από αυτόν των ιστορικών χρόνων των τραγουδιών του Μπουένος Άιρες. Σηκώνομαι από το γραφείο μου και ρίχνω μια ματιά μου στους δίσκους που εκδόθηκαν μετά το 1996. Και ναι, υπάρχουν μερικά πράγματα του Ντισέπολο. Χρησιμέυουν ως άξια παραδείγματα της έκδοσης του “Quién más, quién menos”  που έκανε το συγκρότημα 34 Puñaladas ή του “Sueños de juventud” που έκανε η Lidia Borda. Μαθαίνω ότι μια πολυεθνική δισκογραφική εταιρεία ετοιμάζει αυτές τις ημέρες την καθυστερημένη επανέκδοση εκείνου του όμορφου άλμπουμ του Edmundo Rivero στο οποίο τραγουδάει τα καλύτερα του Ντισέπολο.Τι καλά νέα. Σίγουρα θα κυκλοφορήσει τον ίδιο καιρό με αυτό το βιβλίο.

Αλλά ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα αυτά, αξίζει να πούμε ότι η βιογραφόμενός μου δεν είναι μια κυρίαρχη παρουσία στα ρεπερτόρια των ερμηνευτών τανγκό του 21ού αιώνα, όπως είναι οι Homero Manzi και Alfredo Le Pera. Εκεί που ο αρλεκίνος φαίνεται να επιβιώνει καλύτερα από άλλους συγγραφείς της εποχής του είναι πέρα από τα όρια του είδους. Ας καταγράψουμε σύντομα: Los Piojos και “Yira… yira…”, Liliana Felipe και “Chorra”, Elena Roger και “Canción desesperada”, Nacha Guevara και “Qué vachaché”, Aorta και “Tres esperanzas”, Enrique Bunbury και “Confesión”, Cecilia Rossetto και “Secreto”, Pablo Dacal και “Por qué te obstinas en amar a otro si hoy es lunes”.

 

Ο Ντισέπολο και η Τάνια: ένα εκρηκτικό ζευγάρι.

Φυσικά, από το «Cambalache» αφθονούν οι ηχογραφήσεις που τηρούν λιγότερο τον παραδοσιακό κανόνα, όπως αυτές των Joan Manuel Serrat, Caetano Veloso, Raul Seixas, Sumo, Hermética, LLeón Gieco y Andrés Calamaro, μεταξύ πολλών άλλων. Είναι σύνηθες να παρατηρήσει κανείς εδώ μικρές αντικαταστάσεις του αρχικού στίχου, τεχνάσματα που, τουλάχιστον από την περίφημη ηχογράφηση του Julio Sosa (“el que vive de las minas”, έλεγε ο Βαρόνος του Ταγκό, εκεί όπου ο συγγραφέας είχε γράψει “el que vive de los otros”), που προσπαθούν να ανανεώσουν μέσα από νεύματα, αυτό που υποτίθεται ότι είναι ένα καθολικό μήνυμα. Για παράδειγμα, ο Βραζιλιάνος Raul Seixas τραγουδά «John Lennon y San Martin» και η μέταλ μπάντα Hermética, πιο πιστή στο παιχνίδι αντιθέσεων και στο «βαρύ» αποτέλεσμα, λέει ”Videla y San Martín”. Τέλος, υπάρχουν και επιμέρους αποσπάσματα από το «Cambalache» σε τραγούδια όπως το «Siglo XXI» του Luis Eduardo Aute, “No te mueras en mi casa” του Charly García και το “La biblia y el calefón” του Joaquín Sabina. (Αξίζει να θυμίζουμε εδώ τους τίτλους δύο τηλεοπτικών προγραμμάτων ελαφρώς ντισεπολικής έμπνευσης: Siglo XX Cambalache, με τους Tete Coustarot και Fernando Bravo, και το La Biblia y el calefón του Jorge Guinzburg).

Φαίνεται ότι, όταν πρόκειται για τον Ντισέπολο, δεν αξίζει μια αποκλειστική αναφορά στην ποιητική του ταγκό ούτε στο ιστορικό πλαίσιο κατά το οποίο το είδος έφτασε στην ακμή του. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι παγίδες της σύγχρονης εθνικής ιστορίας είναι υπεύθυνες για τη βαρύτητα του Emil Cioran του λαϊκού μας πολιτισμού. Που ως κοινωνία είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε λάθη ή ελλείψεις. Πόσες φορές έχουμε ακούσει, συλλογικά απογοητευμένοι και εξαπατημένοι, «Τι δίκιο που είχε ο Ντισέπολο; Σίγουρα, ο αναγνώστης αυτών των σελίδων θα σκεφτεί ότι τα γεγονότα της εθνικής πραγματικότητας του 2016 που περιέγραψα σε άλλο σημείο αυτού του προλόγου είναι σαφώς «ντισεπολικά». Πιστεύω το ίδιο -γιατί να το αρνηθώ άλλωστε;-, αλλά όχι επειδή σήμερα είμαστε το ίδιο με χθες (και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να διευκρινιστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια τι εννοούμε όταν μιλάμε για το «εμείς»). Στην πραγματικότητα, τείνω να πιστεύω ότι όπως ακριβώς υπάρχουν βοργικές και καφκικές καταστάσεις, υπάρχουν και ντισεπολικές, αν και τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με τα ονόματα της λαϊκής μουσικής δεν είναι τόσο αναγνωρισμένα όσο αυτά που κυοφορήθηκαν στον τομέα της υψηλής λογοτεχνίας. Ακόμα μας είναι δύσκολο να δεχτούμε τη θεωρία του συγγραφέα στις «πιο ασήμαντες» πολιτιστικές μορφές. Και ακόμη περισσότερο η πιθανότητα ότι η κοινωνία είναι αυτή που ανταποκρίνεται ατα τραγούδια τους, κι όχι τα τραγούδια στην κοινωνία τους.

Από τότε που βγήκε η πρώτη έκδοση αυτής της βιογραφίας αποφάσισα δύο πράγματα: να προσπαθήσω να εξηγήσω, βασισμένος σε όσα είχα ερευνήσει και γράψει, τη θέση που ο συγγραφέας του “Qué sapa, señor” ήξερε να δώσει στον εαυτό του στην κουλτούρα της Αργεντινής, και συνάμα, να παρατηρήσω σε ποιο βαθμό τα βασικά ταγκό του μένουν ακόμα ζωντανά πέρα από τον αιώνα που περιγράφεται με τόση οξύνοια και προαίσθημα στο πιο διάσημο ταγκό του. Αν ο πρώτος μου στόχος επιτεύχθηκε με σκληρή δουλειά, αλλά χωρίς μεγάλα εμπόδια -ποιος μπορεί να αρνηθεί την ιστορική μοναδικότητα ενός συγγραφέα πολύπλευρου και ταυτόχρονα βαθιά ριζωμένου στην κουλτούρα του Μπουένος Άιρες κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα; -, ομολογώ ότι συνεχίζει να με ιντριγκάρει η σημασιολογική δύναμη του ονόματος «Ντισέπολο» και το άμεσο πέρασμα στην τάξη του επιθέτου.

Μέχρι το σημείο που μπόρεσα να εξακριβώσω, δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο αλλού. Φυσικά, παραδείγματα αλληλεπίδρασης της λαϊκής μουσικής με την πολιτική ζωή μιας χώρας υπάρχουν πολλά. Παρόλα αυτά, η ιδιαιτερότητα του Ντισέπολο – δηλαδή ο επίμονος τρόπος, σχεδόν εμμονικός, με τον οποίο το έργο του και η φιγούρα του αντιστέκονται στο πέρασμα του χρόνου- παραμένει ανίκητη. Είναι ασυνήθιστο – προσέχω να είμαι συγκεκριμένος- τραγούδια ενός συγγραφέα/συνθέτη που παρήγαγε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του ογδόντα χρόνια πριν, να μπορούν πάντα να επιστρέφουν ως αφορισμοί μιας κοινής εθνικής λογικής. Μήπως τα τραγούδια των Cole Porter, Ernesto Lecuona, Agustin Lara ή Violeta Parra έχουν στον κοινωνικό λόγο των αντίστοιχων κοινοτήτων τους τη διεισδυτική παρουσία και κάτι ηθικολογικό που εμείς οι Αργεντίνοι αποδίδουμε στο «Yira … Yira …» και στο «Cambalache»; Ποιος σύγχρονος του Ντισέπολο θα μπορούσα να φανταστεί ότι, όταν σε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα του 1947 ο συγγραφέας έλεγε ότι «όπως ένα μπούμερανγκ, όπως οι εγκληματίες, όπως οι ερωτευμένοι, όπως οι συλλέκτες, επιστρέφω πάντα», ανακοίνωνε το μοιραίο δέσιμο των τραγουδιών του με την τύχη – ή κατάρα –  μιας χώρας; Φαίνεται κάτι το τρελό. Ή εξυπνο και αυτοκτονικό. Αλλά είναι ένα στοιχείο τόσο πραγματικό όσο και συναρπαστικό. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος: ο Ντισέπολο εξακολουθεί να είναι σύγχρονός μας.

Εκτύπωση άρθρου