Μια κριτική στην μπολιβαριανή επανάσταση

Του Κωνσταντίνου Ζαφείρη

Η Βενεζουέλα, μια χώρα που κανείς δεν θα είχε ακούσει γι’ αυτήν τίποτα πριν 25 χρόνια, για ακόμη μία φορά γίνεται «το κέντρο του κόσμου», με αφορμή τις διαδηλώσεις ενάντια στην κυβέρνηση Μαδούρο και τη μπολιβαριανή επανάσταση. Δεν είναι η πρώτη φορά που τα δυτικά μίντια βλέπουν με έντονο ενδιαφέρον αυτή τη μικρή χώρα της Λατινικής Αμερικής. Με το ίδιο ενδιαφέρον, λοιπόν, τα ΜΜΕ κάλυψαν τον Απρίλιο του 2002 και την προσπάθεια πραξικοπήματος ενάντια στον τότε πρόεδρο Τσάβες, όπως και τις διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης, που εξελίχθηκαν σε συγκρούσεις, το Φεβρουάριο του 2014. Και αυτή τη φορά η αφήγηση παραμένει η ίδια: «ο λαός της Βενεζουέλας πεινάει, το κράτος καταρρέει  και γι’ αυτό αντιδρά απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς». Όπως, όμως, συνέβη και τις προηγούμενες φορές, οι οπαδοί της μπολιβαριανής επανάστασης βγήκαν στους δρόμους για να υπερασπιστούν την κυβέρνηση.  

Η Βενεζουέλα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς η αντιπολίτευση μαζί με τους οπαδούς της και την απροκάλυπτη παρέμβαση των Η.Π.Α. για ακόμη μία φορά φαντασιώνονται το τέλος της  κυβέρνησης Μαδούρο και αυτού του πρωτότυπου αριστερού πειράματος, που λέγεται Βενεζουέλα. Σε αυτό το άρθρο δεν θα ασχοληθούμε με το ποια είναι η αλήθεια και που βρίσκεται το δίκιο, αλλά στο τι μας δείχνει η σύγκρουση στη Βενεζουέλα σχετικά με διαδικασίες επαναστατικών μετασχηματισμών πολιτικών, κοινωνικών ακόμα και κρατικών δομών.   

Το φαινόμενο Τσάβες κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του το σύνολο της λαϊκής αγανάκτησης, που επί μία δεκαετία (από την εξέγερση του 1989) αδυνατούσε να βρει διέξοδο στην κεντρική πολιτική σκηνή. Οι εκλογές του 1998 δεν αποτέλεσαν απλώς μια διέξοδο για τα φτωχά στρώματα της Βενεζουέλας, αλλά και μία νέα αφετηρία για τα κινήματα και την αριστερά της Λατινικής Αμερικής. Ο τσαβισμός λειτούργησε ως πυροδότης για την εισβολή των κινημάτων στην κεντρική πολιτική σκηνή δίνοντας έναν αέρα αισιοδοξίας για βαθύτερες τομές. Με αυτόν τον τρόπο το δρόμο του τσαβισμού ακολούθησαν και άλλες χώρες, όπως η Βολιβία και το Εκουαδόρ, ενώ σε διαφορετική ταχύτητα ακολούθησαν και προοδευτικές κυβερνήσεις σε Αργεντινή και Βραζιλία.

Η Βενεζουέλα αποτέλεσε ένα παράδειγμα και μία ελπίδα για την απανταχού ηττημένη αριστερά, για το πώς και αν μπορεί να αναζητήσει στις πολιτικές της τσαβικής συμμαχίας το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα». Με δύο λόγια αποτέλεσε μία τομή, που ταρακούνησε την κανονικότητα της Λατινικής Αμερικής, ένα στοίχημα για την Αριστερά που είχε αναφορά στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό και ένα ερώτημα για τα απανταχού ανταγωνιστικά κινήματα. Έθετε με επίκαιρο τρόπο το ερώτημα του ποια μπορεί να είναι η σχέση των αντιστάσεων που αναπτύσσουν διάφορα κινήματα απέναντι στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, με μια  κεντρικοπολιτική τους έκφραση που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας.

Δεν χωράει αμφισβήτηση ότι οι πολιτικές που ακολούθησε η προοδευτική κυβέρνηση της Βενεζουέλας κατάφεραν να βελτιώσουν την ζωή των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, να τους δώσουν φωνή και να συγκρουστούν με τον ιμπεριαλισμό και την ντόπια αστική τάξη. Αυτός ήταν και ο λόγος που η αποδοχή για δύο δεκαετίας στο πρόσωπο του Τσάβες ήταν συντριπτική επιτρέποντας του να συνεχίσει και να βαθύνει  το έργο του, να ηγηθεί στο συντονισμό των προοδευτικών κυβερνήσεων και να αντισταθεί στις ανοικτές παρεμβάσεις των Η.Π.Α., καταφέρνοντας να αποτρέψει και ένα πραξικόπημα.

Ο θάνατος, όμως, του Τσάβες αποτέλεσε μία ευκαιρία για την αντιπολίτευση να αντεπιτεθεί στην μπολιβαριανή επανάσταση, πάντα με την στήριξη των Ή.Π.Α., θεωρώντας ότι η απώλεια του αρχηγού της επανάστασης μπορεί να δημιουργήσει απογοήτευση για όσα δεν πρόλαβαν να γίνουν και να δώσει μια εικόνα τέλους για το πλάνο του τσαβισμού. Η αλήθεια είναι ότι η ταυτόχρονη πολιτική επίθεση από μεριάς της δεξιάς με την οικονομική επίθεση από μεριάς του ιμπεριαλισμού έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια πολιτική κρίση στη Βενεζουέλα, που κινείται στα πρόθυρα του εμφυλίου και της ανοικτής ιμπεριαλιστικής επέμβασης.

Σε τέτοιες, όμως, περιπτώσεις κρίσης επαναστατικών ή έστω προοδευτικών εγχειρημάτων έχει αξία όχι να επισημαίνουμε την υπεροχή ή τις επιθετικές  κινήσεις του αντιπάλου, αλλά τις αδυναμίες, τις ασυνέχειες και τις αυταπάτες που πρέπει να μας οδηγούν σε μια διαδικασία αναστοχασμού. Χωρίς βέβαια ποτέ να έχουμε την διάθεση εύρεσης κάποιας επαναστατικής συνταγής, αλλά προσπαθώντας να βάλουμε στην φαρέτρα των εμπειριών μας καινούριους αστερίσκους για τα επόμενα βήματα μας.

Αρχικά, όπως εύκολα μπορεί κανείς να δει και στο συγκεκριμένο άρθρο, η αναφορά στο πρόσωπο του Τσάβες είναι συνυφασμένη με τη μπολιβαριανή επανάσταση.  Η συγκέντρωση, ή η προσπάθεια συγκέντρωσης, όλων των επαναστατικών κινήσεων και αναπαραστάσεων με το πρόσωπο του ηγέτη, με θρησκευτική συνέπεια από ό,τι φάνηκε (για ακόμη μία φορά), θέτει από μόνη της ένα όριο, τόσο στη διαδικασία του μετασχηματισμού, όσο και στην χειραφέτηση των ίδιων των κινημάτων. Η πατερναλιστική λογική του τσαβισμού στην πραγματικότητα κατάφερε να ενσωματώσει τα κινήματα που τον ανέδειξαν. Το κράτος εισέβαλε εντός τους και τα οδήγησε σε μία αλλοτριωτική για τα ίδια λογική του δούναι και λαβείν. Η δημιουργία πρωτοτύπων δημιουργικών αντιστάσεων σταμάτησε και την θέση τους πήρε η εκτέλεση πολιτικών.  Από παραγωγοί πολιτικής και χειραφέτησης τα κινήματα γίνανε εκτελεστές πολιτικών. Με αυτό τον τρόπο ο μεσσιανισμός και η λογική της ανάθεσης  κυριάρχησαν. Χωρίς τον Τσάβες και χωρίς χρήματα στα κρατικά ταμεία η δημιουργικότητα των τσαβιστών περιορίστηκε απλώς στην επίκληση μιας ανολοκλήρωτης επαναστατικής διαδικασίας. Βρέθηκαν και βρίσκονται σε μία διαδικασία αμυντικής υπεράσπισης και όχι δημιουργικού βαθέματος του πειράματος. Δυστυχώς, για ακόμη μία φορά δεν αφέθηκαν όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, αλλά προτιμήθηκε η προστατευτική και επιλεκτική καλλιέργεια τους στο κρατικό θερμοκήπιο.

Δεύτερο ζήτημα, που βρίσκεται σε σύνδεση με το πρώτο, είναι η εμφάνιση μίας γραφειοκρατικής δομής, που ως αποτέλεσμα είχε και την εμφάνιση μεγάλων σκανδάλων που οδηγούν στην απονομιμοποίηση της κυβέρνησης Μαδούρο σε μεγάλο ποσοστό των οπαδών του τσαβισμού. Το μη πέρασμα αποφασιστικών εξουσιών στη βάση του τσαβικού κινήματος, όπως διαφαινόταν στην αρχή της διακυβέρνησης, αφήνει ανοικτή την αντιπαράθεση της εξουσίας στον κυβερνητικό μηχανισμό, η κατάληψη του οποίου επαρκεί για την αλλαγή πολιτικών και υποδειγμάτων. Δεν αναπτύχθηκαν δομές αντιεξουσίας, δομές ανταγωνιστικές στην λογική του κράτους και της ιεραρχίας που αυτό de facto δομεί.

Τρίτο ζήτημα ήταν η μη συνολική ρήξη με την ιδέα της ανάπτυξης. Καθ’ όλη την πορεία του τσαβισμού δεν έγινε ποτέ η οριστική ρήξη με αυτό το ιδεολόγημα, που από μόνο του αποτελεί ένα πεδίο στο οποίο μόνο ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να έχει αποτελεσματική απάντηση. Δεν ακολουθήθηκε ένας διαφορετικός δρόμος που να αποδομεί αυτό το ιδεολόγημα, βάζοντας ως αντιπρόταγμα το κληροδοτούμενο από τις ιθαγενικές κουλτούρες του «ευ ζήν» και της σχέσης του ανθρώπου, όχι με την κατανάλωση, αλλά το χώρο του, τις επιθυμίες του και την φύση. Δεν έδωσε ένα αντιπρόταγμα ενάντια στην αλλοτρίωση της εργασίας και της προσδοκίας για καταναλωτισμό, αλλά αντιθέτως ανταγωνίστηκε το νεοφιλελευθερισμό με όρους αποτελεσματικότητας σε αυτά τα αιτήματα.

Αυτοί οι τρεις παράγοντες, προσωπολατρία-κρατισμός-ανάπτυξη, δεν άφησαν μέχρι στιγμής τη μπολιβαριανή επανάσταση να κάνει βήματα οδηγώντας την κοινωνική της συμμαχία σε δρόμους χειραφέτησης και ανάπτυξης της δημιουργικότητας της, παρά την περιόρισαν σε μία καλύτερη διαχείριση κόντρα στο φιλελευθερισμό. Δεν άλλαξε ριζικά τα ερωτήματα, απλώς έδωσε διαφορετικές απαντήσεις.  

Η κριτική, όμως, πρέπει να πάντα να έχουμε στο μυαλό μας ότι γίνεται, επειδή μέσα από τεράστιες μάχες ο λαός της Βενεζουέλας και η τσαβική συμμαχία αναμετρήθηκε και συνεχίζει να αναμετράται με πρωτοτυπία με το ερώτημα του επαναστατικού μετασχηματισμού. Αν δεν υπήρχε αυτό το πείραμα (που τελικά αυτή είναι και η τεράστια συνεισφορά του), δεν θα μπορούσαμε εμείς να ασκούμε αυτή την κριτική.  

Εκτύπωση άρθρου