Σαντινίστας: Από τη Νικηφόρα Επανάσταση στην Εκλογική Κυριαρχία

Στις αρχές Νοεμβρίου ο Daniel Ortega, επικεφαλής του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου των Σαντινίστας (FSLN), εκλέχθηκε για τρίτη φορά πρόεδρος της Νικαράγουα, με ποσοστό 72% των ψηφισάντων, με το δεύτερο στη σειρά κόμμα, το κεντροδεξιό Φιλελεύθερο Θεσμικό Κόμμα (LCP), να συγκεντρώνει μόλις το 14.2%. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε νέα κορύφωση την εκστρατεία  αμφισβήτησης της ‘δημοκρατικότητας’ του καθεστώτος από πλευράς των ΗΠΑ και των συμμάχων τους (βλ. Αϊτή και Γουατεμάλα) καθώς και σε ένα ιδιότυπο πόλεμο φθοράς απέναντι στο πρόσωπο του ίδιου του Ortega. Για τους επικριτές των Σαντινίστας, η Νικαράγουα αποτελεί μια «ξεπεσμένη», αντιδημοκρατική χώρα, μια αποτυχημένη οικονομία, ένα παράδειγμα προς αποφυγή των συνεπειών της ανάληψης της εξουσίας από μια οργάνωση με επαναστατικό παρελθόν, ρίζες στο λαό και απεύθυνση στα πλέον εκμεταλλευόμενα κομμάτια της κοινωνίας. Από την άλλη, για τους υποστηρικτές και τους συμμάχους του καθεστώτος, το FLSN  είναι το μόνο κόμμα που «δουλεύει για τους φτωχούς» και που υπερασπίζεται τη λαϊκή κυριαρχία. Σε ποια από τις δύο απόψεις βρίσκεται  όμως η αλήθεια και τι μας δείχνει το γεγονός ότι ο Ortega εκλέχθηκε με ποσοστό μεγαλύτερο από οποιοσδήποτε άλλο Δυτικό ηγέτη;

Σαντινίστας: Από το αντάρτικο στην εξουσία

Το FLSN δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από διάφορες οργανώσεις φοιτητών και νεολαίας. Παίρνοντας το όνομά του από τον Augusto César Sandino, τον ηγέτη της απελευθερωτικής επανάστασης της Νικαράγουα ενάντια στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα, ήθελε να εμφυσήσει την επαναστατική ιδεολογία και στρατηγική στο λαό της χώρας.

Το πρώτο «μεγάλο» χτύπημα των Σαντινίστας έλαβε χώρα το Δεκέμβρη του 1972, όταν μια ομάδα ανταρτών εισέβαλε στο σπίτι του Υπουργού Γεωργίας, την ώρα που αυτός οργάνωνε ένα πάρτυ, και αιχμαλώτισε πολλούς Νικαραγουανούς αξιωματούχους, σκοτώνοντας και τον ίδιο τον Υπουργό στη διαδικασία. Αιτία αποτέλεσε το γεγονός ότι, δύο χρόνια πριν, ένας σεισμός 6.2 ρίχτερ είχε αφήσει 50.000 άστεγους και 10.000 νεκρούς στην πρωτεύουσα της χώρας, και ο Πρόεδρος, Anastasio Somoza Debayle, ανέθεσε την ανακατασκευή των σπιτιών σε φιλικές του εργολαβικές εταιρείες, αφήνοντας την μισή πόλη να παραμένει σε ερειπωμένη κατάσταση και κερδίζοντας ο ίδιος περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια. Μετά την απαγωγή, οι Σαντινίστας έλαβαν 2 εκατομμύρια δολάρια ως λύτρα και δημοσίευσαν πολιτική διακήρυξη, πράγμα που τους έφερε γρήγορα στα φώτα της δημοσιότητας.

Για τα επόμενα χρόνια, το FLSN απελευθέρωσε 14 μέλη του από τις φυλακές, μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Daniel Ortega, και πίεζε για αυξήσεις μισθών. Η κυβέρνηση Somoza απαντούσε με λογοκρισία, εκφοβισμό, βασανιστήρια και φόνους -τόσο στους ίδιους τους αντάρτες, όσο και στις κοινότητες, οι οποίες φαινόντουσαν να τους στηρίζουν.

Μέχρι το 1978, στο εσωτερικό του Μετώπου ξεπήδησαν διαφορετικές λογικές για τη συνέχιση της επαναστατικής του πρακτικής. Επίσημη τοποθέτηση ήταν αυτή του «Παρατεταμένου Λαϊκού Πολέμου», που βασιζόταν στη «σιωπηρή συγκέντρωση δυνάμεων» -όσο, δηλαδή, οι οργανώσεις των πόλεων στρατολογούσαν φοιτητές και έκλεβαν τράπεζες, τα στελέχη εγκαταστάθηκαν στις ορεινές περιοχές της χώρας, όπου δημιούργησαν δίκτυα υποστήριξης μεταξύ των ανταρτών και των χωρικών, προετοιμάζοντας μια ανανεωμένη μορφή ανταρτοπολέμου. Ήδη από το 1975, όμως, λόγω της πίεσης που ασκούνταν στο μέτωπο από την καταστολή της Εθνικής Φρουράς, ένα κομμάτι των οργανώσεων πόλεων αμφισβήτησε τη λογική του Παρατεταμένου Πολέμου και επικεντρώθηκε στη συγκρότηση της νέας εργατικής τάξης, αποτελούμενης από τους εργάτες των εργοστασίων και τους μισθωτούς αγρότες. Λίγο αργότερα, μια τρίτη τάση, βασικός εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Daniel Ortega και ο αδερφός του, πρότεινε τακτικές προσωρινές συμμαχίες και με μη-κομμουνιστές (ακόμη και με τη δεξιά αντιπολίτευση), για τη δημιουργία ενός λαϊκού μετώπου ενάντια στον Somoza. Οι ίδιοι σχεδίαζαν και μια άμεση επίθεση στην Εθνική Φρουρά, προκειμένου να πειστεί ο λαός για την αδυναμία του καθεστώτος και την ανάγκη να πάρει τα όπλα. Τον Οκτώβριο του 1977, μια ομάδα από επιφανείς Νικαραγουανούς επαγγελματίες, επιχειρηματίες και κληρικούς συμμάχησαν με την τάση αυτή (τους λεγόμενους «Δώδεκα»), για να σχηματίσουν προσωρινή κυβέρνηση. Η «ομάδα των Δώδεκα» εγκαταστάθηκε λοιπόν στην Κόστα Ρίκα και άρχισε να οργανώνει άοπλες πορείες και το συντονισμό μεταξύ εξεγερμένων εργατών και φοιτητών, υπό την επιρροή του «Κινήματος των Ενωμένων Ανθρώπων» του FLSN.

Η πρώτη πραγματική κλιμάκωση της σύγκρουσης ήρθε τον Ιανουάριο του 1978 όταν ο γιος του Somoza μαζί με την Εθνική Φρουρά σκότωσαν τον εκδότη της εφημερίδας που δημοσίευε τις προκηρύξεις του FLSN και ηγέτη της «Δημοκρατικής Ένωσης για την Απελευθέρωση», Pedro Joaquín Chamorro. Αμέσως εκδηλώθηκαν εξεγέρσεις, ενώ οι επιχειρηματίες οργάνωσαν γενική απεργία, ζητώντας την παραίτηση του Somoza. Οι «Δώδεκα» οργάνωσαν επιθέσεις σε πολλές πόλεις της χώρας, οι οποίες αντιμετώπισαν άγρια καταστολή από την Εθνική Φρουρά. Η γενική απεργία, στην οποία συμμετείχε όλη η χώρα, συνεχίστηκε και δέκα μέρες και παρέλυσε την αγορά, με αποτέλεσμα οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να φύγουν από τη χώρα. Οι ΗΠΑ απέσυραν προσωρινά τη στρατιωτική βοήθεια που παρείχαν στο Somoza, αλλά συνέχισαν να τον χρηματοδοτούν.

Τον Αύγουστο, οι «Δώδεκα» σκηνοθέτησαν μια ομηρία, όταν 23 από τους διοικητές τους κατέλαβαν το Κογκρέσο της Νικαράγουα και κράτησαν περίπου 1000 όμηρους, μεταξύ των οποίων και τον ανιψιό του Somoza, ο οποίος αναγκάστηκε να απελευθερώσει 59 πολιτικούς κρατούμενους, να πληρώσει 500.000 δολάρια λύτρα, να συμφωνήσει δημόσια με το κάλεσμα των ανταρτών για συνεχή εξέγερση και να τους παρέχει ασφαλή διέλευση για τον Παναμά. Λίγες μέρες αργότερα, έξι πόλεις δήλωσαν εξέγερση και σύντομα πολλές ακολούθησαν, θέτοντας σε πολιορκία την Εθνική Φρουρά στις πόλεις Masaya, León, Chinandega και Estelí. Η εξέγερση έληξε με χιλιάδες απώλειες, κυρίως πολιτών, ο δρόμος όμως για τη συλλογική δράση προς την τελική επανάσταση είχε ανοίξει.

Στις αρχές του 1979, δημιουργήθηκε το «Μέτωπο της Ευρείας Εναντίωσης» (FAO), το οποίο δήλωνε ενάντιο στο Somoza και αποτελούταν από διαφωνούντες εντός της κυβέρνησης, τη «Δημοκρατική Ένωση για την Απελευθέρωση» και κάποιους από τους «Δώδεκα» ως αντιπροσώπους του FSLN. Το σχέδιο, όμως, του FAO συμπεριελάμβανε μεν την απομάκρυνση του Somoza, δεν άφηνε όμως καθόλου έκφραση στο FSLN -έτσι έχασε αρκετά σε νομιμοποίηση (εφόσον οι Νικαραγουανοί διαδήλωναν λέγοντας ότι δεν ήθελαν «Σομοζισμό χωρίς το Somoza») και οι «Δώδεκα» αποχώρησαν από τη συμμαχία και σχημάτισαν, μαζί με το «Κίνημα των Ενωμένων Ανθρώπων», το «Εθνικό Πατριωτικό Μέτωπο».

Αυτή η κίνηση ενδυνάμωσε τις επαναστατικές οργανώσεις, καθώς χιλιάδες νεολαίοι μπήκαν στο FSLN και συμμετείχαν στον αγώνα ενάντια στον Somoza. Άμεση συνέπεια της εξάπλωσης της ένοπλης πάλης στη Νικαράγουα υπήρξε η επίσημη επανένωση του FSLN, που έγινε τον Μάρτιο του 1979. Εννιά άνθρωποι, αντιπρόσωποι των τριών τάσεων του Μετώπου, μεταξύ των οποίων και ο Daniel Ortega, σχημάτισαν το «Εθνικό Διευθυντήριο», το οποίο ήταν και το ηγετικό όργανο του επανενωμένου FSLN.

Το σχέδιο δράσης του περιλάμβανε το χωρισμό των δυνάμεων του εχθρού, μέσα από ένα συνδυασμό συνεχών εξεγέρσεων σε πέντε μεγάλα αστικά κέντρα (μεταξύ των οποίων και η πρωτεύουσα), το οποίο θα κρατούσε απασχολημένη την Εθνική φρουρά. Στις 4 Ιουνίου του 1979, το FSLN οργάνωσε γενική απεργία, που θα διαρκούσε μέχρι να «πέσει» ο Somoza. Στις 16 Ιουνίου, σχηματίστηκε μια προσωρινή κυβέρνηση «εξόριστων» στην Κόστα Ρίκα, που αποτελούνταν από 5 μέλη από διάφορες επαναστατικές οργανώσεις. Μέχρι το τέλος του μήνα, το μεγαλύτερο κομμάτι της χώρας (με εξαίρεση την πρωτεύουσα, τη Μανάγκουα) ήταν υπό τον έλεγχο του FSLN. Στις 9 Ιουλίου, η προσωρινή κυβέρνηση εξέδωσε προγραμματικές θέσεις, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν η οργάνωση ενός δημοκρατικού καθεστώτος, η προώθηση του πολιτικού πλουραλισμού, καθολική ψηφοφορία και απαγόρευση των διακρίσεων βάσει ιδεολογίας –με εξαίρεση όσους ήθελαν την επιστροφή του Somoza. Στις 17 Ιουλίου ο Somoza παραιτήθηκε, και ο διάδοχός του έδωσε τη θέση στην προσωρινή κυβέρνηση των «εξόριστων» μόλις δύο μέρες μετά. Στις 19 Ιουλίου, ο στρατός των Σαντινίστας μπήκε στην πρωτεύουσα, σημαίνοντας τη νίκη μιας επανάστασης που είχε αφήσει περίπου 50.000 νεκρούς και 150.000 εξόριστους. Η πενταμελής προσωρινή κυβέρνηση πήρε την εξουσία και επανέλαβε την πρόθεσή της να αγωνιστεί για πολιτικό πλουραλισμό, μεικτό οικονομικό σύστημα και μη-συμμαχική με τις ΗΠΑ εξωτερική πολιτική.

Η κοινωνική μεταρρύθμιση απέναντι στους Contras

 Η πολιτική πλατφόρμα του FSLN, όταν αυτό κατέλαβε την εξουσία, περιείχε ως κύριους άξονες την εθνικοποίηση της περιουσίας του Somoza και των υποστηρικτών του, αγροτικές μεταρρυθμίσεις, βελτίωση των συνθηκών εργασίας για όλα τα επαγγέλματα, ελεύθερη δυνατότητα συμμετοχής σε σωματεία για όλους τους εργαζόμενους, βελτίωση των τιμών σε προϊόντα πρώτης ανάγκης, βελτίωση των κοινωνικών υπηρεσιών, δημιουργία προγραμμάτων στέγασης, βελτίωση της εκπαίδευσης, κατάργηση των βασανιστηρίων και της θανατικής ποινής, προστασία των δημοκρατικών ελευθεριών, ισότητα των φύλων, μη συμμαχική εξωτερική πολιτική και δημιουργία ενός «λαϊκού στρατού» υπό την ηγεσία του FSLN και του Humberto Ortega. Ενδεικτικό παράδειγμα της προσπάθειας υλοποίησης της εν λόγω ατζέντας υπήρξε η καμπάνια του για την εκπαίδευση των Νικαραγουανών, η οποία έφερε αποτελέσματα μέσα σε έξι μήνες, μειώνοντας το ποσοστό των αγράμματων πολιτών από 50% σε λιγότερο από 12%. Το FSLN δημιούργησε επίσης τις Επιτροπές Άμυνας των Σαντινίστας, που λειτουργούσαν -ειδικά τον πρώτο καιρό- ως de facto όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, με οργανωτικά (πχ μοίρασμα των μερίδων τροφής ή και οργάνωση των προεκλογικών εκδηλώσεων των Σαντινίστας) αλλά και στρατιωτικά καθήκοντα (όπως τη σύλληψη των αντεπαναστατών).

Η αυξανόμενη επιρροή του, η λειτουργία των Επιτροπών Άμυνας ως οργάνων για την πολιτική περιθωριοποίηση αντίπαλων ιδεολογιών, καθώς επίσης και το μοντέλο οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας που δημιούργησαν (με τα δύο κυρίαρχα όργανα άσκησης εξουσίας, δηλαδή το Συμβούλιο για την Εθνική Ανοικοδόμηση, που είχε και νομοθετική εξουσία, και το Συμβούλιο του Κράτους -κάτι αντίστοιχο με το κοινοβούλιο- να αποτελούνται στην πλειοψηφία τους από μέλη του FSLN ή των οργανώσεων και των σωματείων που το υποστήριζαν) σύντομα δημιούργησαν ένα ρήγμα μεταξύ των μελών της κυβέρνησης που συμμετείχαν και εκείνων που δεν συμμετείχαν στο FSLN. Στις αρχές του ’80, τα δύο μέλη του Συμβουλίου για την Εθνική Ανοικοδόμηση που δεν συμμετείχαν στο μέτωπο των Σαντινίστας παραιτήθηκαν και αμέσως άρχισαν να διαδίδονται φήμες πως η κυβέρνηση στόχευε στη δημιουργία ενός μοντέλου κράτους αντίστοιχου με της Κούβας. Παρακρατικές στρατιωτικές ομάδες δημιουργήθηκαν από πρώην υποστηρικτές του Somoza (FDN), που αποτελούνταν τόσο από πρώην μέλη της Εθνικής Φρουράς όσο και από μέλη των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ. Παράλληλα, αντάρτικες ομάδες που προϋπήρχαν των Σαντινίστας και είχαν δράσει ενάντια στο καθεστώς Somoza, επίσης σχημάτισαν τη Δημοκρατική Επαναστατική Συμμαχία (ARDE), ενάντια στην κυβέρνηση του FSLN. Οι οργανώσεις αυτές, που παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές έμειναν συνολικά γνωστές ως «Contras», λόγω της αντίθεσής τους στο καθεστώς των Σαντινίστας, εξαπέλυαν επιθέσεις σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο, στοχοποιώντας πολλές φορές ακόμη και πολίτες.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε και ο φόβος μιας επικείμενης «αντεπανάστασης» οδήγησε το FSLN να κηρύξει τη χώρα, το Μάρτιο του 1982, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Μια σειρά ελευθεριών και δικαιωμάτων άρθηκαν, όπως για παράδειγμα η ελευθερία οργάνωσης συγκεντρώσεων, το άβατο της ιδιωτικής κατοικίας, η ελευθερία του τύπου, της έκφρασης και της απεργίας, καθώς και το δικαίωμα των φυλακισμένων να αναφερθούν ενώπιον των δικαστηρίων για να υποστηρίξουν ότι έχουν συλληφθεί παράνομα –το γνωστό «Habeas corpus». Σε αυτά τα πλαίσια διενεργήθηκαν το 1984 εκλογές, σε ένα κλίμα λογοκρισίας και διάχυτων συγκρούσεων μεταξύ των υποστηρικτών των Σαντινίστας και των υποστηρικτών των αντίπαλων υποψηφίων, στις οποίες το FSLN επικράτησε με 67%, εκλέγοντας 61 από τους 96 συνολικά βουλευτές της Εθνοσυνέλευσης -παρόλα αυτά δεν άρθηκε η κατάσταση ανάγκης. Το 1985, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Ronald Reagan, κήρυξε εμπάργκο στο εμπόριο με τη Νικαράγουα, κατηγορώντας την κυβέρνηση του FSLN για διακινδύνευση της ασφάλειας των Αμερικανών στην περιοχή.

Παρά το κλίμα αυταρχισμού, οι Σαντινίστας κατάφεραν να κάνουν σημαντικά βήματα στην προώθηση μιας φιλολαϊκής πολιτικής κερδίζοντας έτσι όχι μόνο την εμπιστοσύνη των αγροτών και του προλεταριάτου των πόλεων, αλλά και των μεσαίων στρωμάτων. Οι ομαδικές καλλιέργειες των εγκαταλειμμένων απ’ τους κτηματίες του Somoza μεγάλων εκτάσεων (κίνησε που έθεσε το 25%-40% του εθνικού πλούτου υπό λαϊκό έλεγχο), η σταδιακή κατασκευή εργατικών κατοικιών στη θέση των παραγκόσπιτων, η ανάπτυξη των μαζικών μεταφορών, η στήριξη του τρόπου παραγωγής κάτω απ’ τον έλεγχο των εργαζομένων και η εγκατάσταση ενός λαϊκού συστήματος υγείας με τη βοήθεια κουβανών γιατρών ήταν κάποια από τα επιτεύγματα της κυβέρνησής τους.

Εντούτοις, δέκα χρόνια εμφυλίου πολέμου με τους Contras (πόλεμος ο οποίος στοίχιζε κάθε χρόνο περίπου 60% του κρατικού προϋπολογισμού) και πέντε χρόνια οικονομικό μποϋκοτάζ από τις ΗΠΑ είχαν το αντίκτυπό τους και στη λαϊκή δημοτικότητα του FSLN. Ταυτόχρονα, είχαν αρχίσει να φαίνονται τα όρια της οικονομικής πολιτικής που επέλεξε να ακολουθήσει το κυβερνόν κόμμα: η αδυναμία του FLSN να ασκεί σε όλη τη χώρα τον έλεγχο της οργάνωσης της παραγωγής οδήγησε τον Ortega σε συμμαχίες με την τάξη των βιομηχάνων, ώστε να χρηματοδοτηθεί η εγχώρια παραγωγή. Με τον τρόπο αυτό, όμως, η επιβίωση του FLSN συνδέθηκε με την ανάπτυξη μιας «καινοτόμας» αστικής τάξης, η οποία σύντομα έγινε αρκετά ισχυρή ώστε να αποτελέσει πολιτικό αντίπαλο δέος. Και πράγματι, όταν ο Ortega το 1989 προχώρησε σε αυστηρές μεταρρυθμίσεις λόγω της οικονομικής πίεσης που του ασκούσε το μποϋκοτάζ των ΗΠΑ και η υποτίμηση του νικαραγουανικού νομίσματος (όπως απολύσεις 35.000 δημοσίων υπαλλήλων, περικοπές του κρατικού προϋπολογισμού ποσοστού 44% και χρησιμοποίηση της πολιτικής επιρροής που είχε στα εργατικά σωματεία προκειμένου να επιτύχει ένα «πάγωμα» των απεργιών), η αστική τάξη που είχε αναδειχτεί βρήκε το έδαφος ώστε να οργανωθεί, να δημιουργήσει το UNO(Ένωση Εθνικής Αντιπολίτευσης) -έναν συνασπισμό 14 μικρών δεξιών κομμάτων που σχηματίστηκε στη βάση της αντιπολίτευσης στο FSLN, και χρηματοδοτήθηκε προεκλογικά από την κυβέρνηση Bush με 9 εκατομμύρια δολάρια- και να παρουσιάσει μία δικιά του υποψηφιότητα για την Προεδρεία της χώρας.

Με το Μέτωπο να καρπώνεται όλη την πολιτική δυσαρέσκεια για τα παραπάνω και τους Contras να εξαπολύουν συνεχείς επιθέσεις, με τη χρηματοδότηση των ΗΠΑ (στις οποίες δολοφονήθηκαν και 50 υποψήφιοι του FSLN) οι εκλογές του 1990 κατέληξαν σε ήττα για τους Σαντινίστας. Στη θέση τους βρέθηκε το UNO, εκμεταλλευόμενο το καθεστώς εμφυλίου πολέμου και υποσχόμενο τη λήξη του. Η οικονομική κρίση και τα αμέτρητα θύματα του ανταρτοπολέμου υπήρξαν αρκετά ώστε ο λαός να στραφεί σε μια υποψηφιότητα που σε καμία περίπτωση δεν είχε τη σχέση με τα λαϊκά στρώματα που είχαν οι Σαντινίστας, παρόλα αυτά κατάφερε να καρπωθεί τη διάχυτη λαϊκή δυσαρέσκεια για τη συνέχιση του πολέμου με τους Contras. Η Violeta Barrios de Chamorro, υποψήφια με το UNO, συγκέντρωσε το 55% των ψήφων και το FSLN για πρώτη φορά βρέθηκε εκτός κυβέρνησης.

Το πιο σημαντικό, όμως, εξαγόμενο από τις εκλογές του 1990 δεν είναι τόσο η επικράτηση του UNO έναντι του επαναστατικού μετώπου που είχε καταφέρει να διώξει το λαομίσητο Somoza, όσο ο τρόπος με τον οποίο το δεύτερο παρέδωσε την εξουσία. Το FSLN επέλεξε να μην κάνει δυναμική αντιπολίτευση στην Chamorro, αλλά να χρησιμοποιήσει τη θέση του ώστε να την πιέζει πολιτικά, στηριζόμενο και από τα σωματεία στα οποία ακόμη είχε επιρροή, προσπαθώντας να δημιουργήσει το πεδίο για μια «κυβέρνηση από τα κάτω», πατώντας πάνω στην ελάχιστη σχέση που είχε το UNO με τα λαϊκά στρώματα και προσπαθώντας να μη χάσει τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις που είχε. Αυτή η τακτική, που περιέκλειε τον κίνδυνο το FSLN να οδηγείται όλο και πιο δεξιά, προσπαθώντας να μη διαρρήξει σχέσεις με στρώματα όπως τα μεσοαστικά που θα μπορούσαν δυνητικά να στηρίξουν το UNO, οδήγησε σε διασπάσεις και το ίδιο το μέτωπο, με άλλα στελέχη να αποχωρούν για να στηρίξουν την  Chamorro (όπως και ο αδερφός του D. Ortega) και άλλα να σχηματίζουν διαφορετικά πολιτικά μορφώματα, όπως το Κίνημα Ανανέωσης των Σαντινίστας (MRS).

Πράγματι, η τακτική που ακολούθησε το FSLN στην πορεία της διακυβέρνησης Chamorro χαρακτηρίστηκε από αρκετές αντιφάσεις, σε σχέση με τη ρητορική και την πρακτική που είχε το μόρφωμα τα προηγούμενα χρόνια. Το FSLN προσπαθούσε να διατηρήσει ισορροπίες ανάμεσα σε μια ανερχόμενη αστική τάξη, που απολάμβανε την υποστήριξη των ΗΠΑ και δεν ήθελε δεσμούς με μορφώματα που συνομιλούσαν με τη σοσιαλιστική Κούβα, και μια εργατική τάξη που έβλεπε τις διεκδικήσεις της να χάνουν συνεχώς έδαφος και πίεζε για δυναμικές απεργίες. Αυτό οδήγησε σε φαινόμενα, όπου τα μέλη του FSLN στους εργασιακούς χώρους οργάνωναν μαζικές απεργίες και κινητοποιήσεις, ενάντια στις μαζικές απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και στη συνεχή άνοδο των τιμών όλων των ειδών, παράλληλα με την καθημερινή υποτίμηση του εθνικού νικαραγουανού νομίσματος, της κόρδοβας, και την άνθιση της μαύρης αγοράς, οι οποίες απεργίες όμως δεν είχαν τη δημόσια υποστήριξη του μετώπου και καταστέλλονταν από επίσης μέλη του FSLN, που βρίσκονταν ακόμη στους κατασταλτικούς μηχανισμούς, λόγω του ότι η Chamorro δεν είχε προλάβει να προβεί σε αλλαγές στην αστυνομία.

Με άλλα λόγια, το FSLN έπρεπε να επιλέξει τι από τα δύο ήθελε:  Από τη μία, μπορούσε να διατηρήσει μια κατάσταση ομαλότητας προσπαθώντας να επηρεάσει την Chamorro και να έχει μέσω αυτής λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις, η οποία Chamorro όμως είχε δείξει μια εξαιρετικά σκληρή στάση απέναντι στους απεργούς και είχε με αυτόν τον τρόπο συσπειρώσει τις μέχρι τότε αντιμαχόμενες επιμέρους οργανώσεις που συναποτελούσαν το UNO, και δίνοντας έτσι παράταση χρόνου στις ΗΠΑ να προσπαθήσουν να ανοικοδομήσουν το παλαιό καθεστώς ξαναστέλνοντας κεφάλαιο στη Νικαράγουα.  Από την άλλη, θα έπρεπε να αποφασίσει αν ήθελε να διατηρήσει τους δεσμούς του με μια εργατική τάξη που φαινόταν να έχει διάθεση να αμφισβητήσει τις κυβερνητικές επιλογές και δυνατότητα οργάνωσης και να αποτελέσει πόλο μια δυναμικής αντιπολίτευσης, με στόχο την ανατροπή της Προέδρου.

Στροφή στον «πραγματισμό» 

Βλέποντας και τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά εγχειρήματα της Λατινικής Αμερικής να καταρρέουν περίπου την ίδια περίοδο, τα στελέχη του επέλεξαν τη «στροφή στην πραγματικότητα» – μια στροφή που περιλάμβανε την κάρπωση κρατικών επιχειρήσεων και την ενσωμάτωση στην προσωπική περιουσία του Ortega και των συμμάχων του εκατοντάδων εθνικοποιημένων ιδιοκτησιών. Έτσι, πολλά ηγετικά στελέχη του FSLN κατέληξαν να κατέχουν επικερδείς ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες μάλιστα ωφελούνταν από τη φιλική προς τις επιχειρήσεις νεοφιλελεύθερη πολιτική της Chamorro! Επιπλέον, πήραν υπό τον έλεγχό τους και μερικές από τις μεγαλύτερες εθνικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των διυλιστηρίων ζάχαρης και των AgriCorps, μιας επιχείρησης αξίας 100 εκατομμυρίων δολαρίων, που παρήγαγε το μεγαλύτερο ποσοστό του εθνικού ρυζιού και αλευριού. Για όσο καιρό το FSLN ήταν στην αντιπολίτευση, οι επιχειρήσεις αυτές χρηματοδοτούσαν το Μέτωπο και τις προεκλογικές του καμπάνιες, με αποτέλεσμα προφανώς να αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη πολιτική επιρροή τα στελέχη εκείνα που τις είχαν υπό την κατοχή τους.

Χάνοντας σε τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις (αρχικά από το UNO το 1990, έπειτα από τη Φιλελεύθερη Συμμαχία (AL) το 1996 και τέλος από Θεσμικό Φιλελεύθερο Κόμμα (PLC) το 2001), ο D. Οrtega επανεκλέγεται εν τέλει πρόεδρος της Νικαράγουα το 2006 με ποσοστό περίπου 38%. Για να το καταφέρει αυτό είχε χρησιμοποιήσει μια συνταγματική αναθεώρηση,  που επιτεύχθηκε χάρη σε μια «παρά φύση» συμμαχία με τον Αrnoldo Αleman , όσο αυτός ήταν Πρόεδρος ως επικεφαλής του PLC, που ουσιαστικά θεσμοποιούσε το δικομματισμό και όριζε ότι το πρώτο κόμμα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση με μόλις το 35% των ψήφων, αν προηγούνταν τουλάχιστον 5 μονάδες σε σχέση με το δεύτερο.

Έτσι, το 2007 το FSLN ξανασχηματίζει κυβέρνηση, με Πρόεδρο τον Daniel Ortega, όμως στο μεταξύ η πολιτική φυσιογνωμία του Μετώπου έχει αλλάξει δραματικά. Η συμμαχία με τον Arnoldo Aleman σηματοδότησε και την ενσωμάτωση του FSLN σε έναν υπάρχοντα μηχανισμό διαφθοράς, καθώς στην ουσία το Μέτωπο «αντάλλαξε» τη διακυβέρνηση της Νικαράγουα με πλήρη πολιτική ασυλία στον τέως Πρόεδρο, παρά πχ το γεγονός ότι αυτός είχε υπεξαιρέσει περίπου 100 εκατομμύρια δολάρια από τα δημόσια ταμεία. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μαζικές αποχωρήσεις από το Μέτωπο, με κριτική ως προς τις πολιτικές επιλογές αλλά και την ίδια την εσωτερική λειτουργία του: οι αποχωρήσαντες κάνανε λόγο για μεταστροφή της αφήγησης του Μετώπου από το Σαντινισμό στον «Ντανιελισμό», κατακρίνοντας την προσωποκεντρική οργάνωση του γύρω από τον Ortega.

Παρά το γεγονός, όμως, ότι η -συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα- διακυβέρνηση του τελευταίου όντως χαρακτηρίζεται από την υποχώρηση από βασικές αρχές της ιδεολογίας των Σαντινίστας και της επαναστατικής παρακαταθήκης του Μετώπου, καθώς και από αλλεπάλληλες κατηγορίες για διαφθορά, η οικονομική πολιτική του Ortega πυροδότησε μια νέα ανάκαμψη της οικονομίας της χώρας, καθώς το 2011 η κυβέρνησή του διαχωρίστηκε από τα πρότυπα νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης που κληρονόμησε και η εγχώρια παραγωγή της Νικαράγουα γνωρίζει από τότε ακμάζουσα ανάπτυξη (ενδεικτικά, τη χρονιά που πέρασε αυξήθηκε κατά 4.2%, σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής). Ταυτόχρονα, οι  καταβολές του Μετώπου και η αμφίσημη αλλά παρ’ όλα αυτά υπαρκτή εκπροσώπηση από πλευράς FSLN όψεων των διεκδικήσεων της -καταπιεσμένης από τη δικτατορία Somoza και τη μετέπειτα νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση της Chamorro- εργατικής τάξης, υπήρξε επαρκής ώστε να συμπεριλαμβάνεται η φιγούρα του Ortega σε αυτές των μεγάλων ηγετών της λεγόμενης «Ροζ παλίρροιας» παρά το γεγονός ότι η ανάδειξή του στην εξουσία ελάχιστη σχέση είχε με τις στηριζόμενες από τεράστια κοινωνικά κινήματα κυβερνήσεις των Cháves και Morales.

Κοιτώντας την πορεία του κινήματος των Σαντινίστας, μπορούμε να εξάγουμε μια σειρά χρήσιμων συμπερασμάτων. Ένα από αυτά θα μπορούσε να είναι η επιβεβαίωση του σχήματος που θέλει τη μη ταύτιση της κυβερνητικής με την πραγματική εξουσία, την παροδικότητα της πρώτης χωρίς βαθιές τομές με το προϋπάρχον πολιτικό και οικονομικό σύστημα και την ανυπαρξία της δεύτερης για έναν αριστερό πολιτικό σχηματισμό χωρίς οργανωμένα κοινωνικά κινήματα, με ριζοσπαστική πολιτική στοχοθεσία και διάχυση στους χώρους όπου βρίσκονται τα πληττόμενα λαϊκά στρώματα. Ένα άλλο θα μπορούσε να είναι το πώς αιτήματα που σχετίζονται με την αποδέσμευση από ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς και τη δημοκρατία (τόσο απέναντι σε αυταρχικές κυβερνήσεις με όρους συμμετοχής του λαϊκού παράγοντα στη διακυβέρνηση, όσο και υπό το πρίσμα της οργάνωσης της παραγωγής από τα ίδια τα λαϊκά στρώματα) μπορούν να είναι δυνάμει επαναστατικά. Ένα τρίτο ενδεχομένως αποτελεί η σημασία της εσωτερικής δημοκρατίας των ίδιων των λαϊκών οργανώσεων ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα δημιουργίας μίας νέου τύπου γραφειοκρατίας, η οποία αποκόβει την πολιτική «ηγεσία» από τη βάση της και αποκλείει από την συμμετοχή στην χάραξη πολιτικού σχεδιασμού αυτούς τους οποίους καλείται να συσπειρώσει, να οργανώσει και να εκπροσωπήσει.

Ίσως, όμως, το πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι η πολιτική δεν είναι de facto δουλειά κάποιων «ιερατείων», ένα πεδίο στο οποίο οι καταπιεζόμενες τάξεις δεν μπορούν να αρθρώσουν λόγο και πρέπει να αποθέσουν την υπεράσπιση των συμφερόντων τους σε ένα κόμμα και να περιμένουν, μέχρι αυτό να προβεί στην πολυπόθητη μετάβαση. Το πείραμα των Σαντινίστας χαρακτηρίστηκε από έντονη λαϊκή συμμετοχικότητα (βλ. το ρόλο που έπαιζαν τα σωματεία των εργατών στη λήψη πολιτικών αποφάσεων την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του FSLN, καθώς και τις Επιτροπές Άμυνας των Σαντινίστας), κι αυτό άφησε μια πολύ σημαντική ιδεολογική παρακαταθήκη, η οποία κρατάει μέχρι σήμερα, παρά τις εξαιρετικές υποχωρήσεις και παλινωδίες τόσο του Ortega όσο και συνολικά του Μετώπου που τον ανέδειξε και συνεχίζει να τον στηρίζει. Οι Νικαραγουανοί εξέλεξαν τον Ortega με 72%, όχι λόγω κάποιου φόβου για «παλινόρθωση της δεξιάς» ούτε ελλείψει κάποιας αριστερής εναλλακτικής (εξάλλου οι περισσότεροι αποχωρήσαντες του FSLN συμμετέχουν στις εκλογές με αριστερούς εκλογικούς συνασπισμούς)∙ τον εξέλεξαν γιατί τους παρακίνησε παρά τις αντιφάσεις του να διεκδικήσουν και να ασχοληθούν με την πολιτική. Η κυβέρνησή του μπορεί να  βρίσκεται πολύ μακριά από το να μπορεί να χαρακτηρίζεται «σοσιαλιστική» ή ακόμα και ριζοσπαστική  σε συγκριτικό επίπεδο παρ’ όλα αυτά, η ημέρα των εκλογών στη Νικαράγουα αντιμετωπίζεται ως εθνική γιορτή και οι ελάχιστοι ανταποκριτές διεθνών ΜΜΕ στη χώρα παραδέχονταν ότι πρώτη φορά έβλεπαν ανθρώπους που «χαμογελούν όταν ψηφίζουν». Σε μία συγκυρία, που παγκοσμίως τα πληττόμενα στρώματα αποστρέφονται την πολιτική, απέχουν από τις εκλογικές διαδικασίες και ενσωματώνουν την αφήγηση που θέλει συγκεκριμένα πολιτικά κέντρα να λαμβάνουν τις αποφάσεις μακριά από αυτούς και εις βάρος τους, η σημασία αυτού του γεγονότος δεν θα πρέπει να υποτιμάται. Όπως έχει άλλωστε πολλάκις αποδειχτεί αυτή είναι η πρώτη, αναγκαία αλλά επ’ ουδενί επαρκής προϋπόθεση για κάθε πραγματικά ριζοσπαστική αλλαγή. Υπό αυτή την έννοια το κίνημα των Σαντινίστας εξακολουθεί να αποτελεί μια μεγάλη ανεκπλήρωτη υπόσχεση.

Φωτογραφία από Pixabay

Εκτύπωση άρθρου