To Χρονικό ενός «Δημοκρατικού Πραξικοπήματος»

Ποια είναι τα υλικά για ένα πετυχημένο «δημοκρατικό πραξικόπημα»; Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Βραζιλία υποδεικνύουν ότι η απάντηση είναι αρκετά απλή: Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που κατέχονται από την οικονομική ελίτ της χώρας, ένας δικαστής που διάκειται ευμενώς στη δεξιά κι ένα πολιτικό σκάνδαλο. Κάπως έτσι, η Ντίλμα Ρούσεφ, εκλεγμένη πρόεδρος της Βραζιλίας και επικεφαλής του Κόμματος των Εργατικών, αποπέμφθηκε από τη θέση της, για να αντικατασταθεί από τον, μέχρι τότε, αντιπρόεδρο, και πρόεδρο του κεντροδεξιού κόμματος PSDB (Σοσιαλιστικό και Δημοκρατικό Κόμμα Βραζιλίας), Μικέλ Τεμέρ. Οι λόγοι, ωστόσο, για τους οποίους έλαβε χώρα αυτή η αποπομπή δεν είναι τόσο απλοί όσο η «συνταγή» της και ανοίγουν ερωτήματα τόσο για τα χαρακτηριστικά και τα όρια της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας της βραζιλιάνικης αριστεράς όσο και για την οικονομία και τη σύνολη πολιτική κατάσταση στη Βραζιλία.

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν στο λεγόμενο «δημοκρατικό πραξικόπημα» της Βραζιλίας, πρέπει να πάμε λίγο πίσω στο χρόνο και, συγκεκριμένα, στις εκλογές του 2002, οπότε και επικρατεί για πρώτη φορά το αριστερό Κόμμα των Εργατών (ΡΤ), με επικεφαλής τον Λούλα Ντα Σίλβα. Κατά τη διάρκεια της οκτάχρονης προεδρίας του, ο Λούλα συγκέντρωνε την αποδοχή και τη συμπάθεια ενός τεράστιου κομματιού του βραζιλιάνικου λαού, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, πράγμα που τον καθιστά μέχρι και σήμερα τον πιο δημοφιλή πολιτικό παγκοσμίως. Το «γιατί» είναι αρκετά απλό: Σε μία χώρα με τεράστιες οικονομικές ανισότητες, η συντριπτική πλειοψηφία της οποίας μαστιζόταν από τη φτώχεια, ο Λούλα υποσχέθηκε να κάνει ό,τι μπορεί για να την εξαλείψει. Και σε έναν πρώτο βαθμό, η αλήθεια είναι ότι τα κατάφερε.

Βάζοντας σε εφαρμογή μια σειρά κοινωνικών προγραμμάτων, ο Λούλα πέτυχε, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση του δημοσίου σκέλους των τομέων της υγείας και της παιδείας (κάνοντάς τες προσιτές ακόμη και στα παιδιά των αφροβραζιλιάνων, που μέχρι τότε ήταν εντελώς αποκλεισμένοι από τέτοιου είδους κοινωνικές παροχές), την αύξηση του βασικού εισοδήματος, τη στέγαση άπορων οικογενειών, την ύδρευση άγονων περιοχών, την υποστήριξη και προώθηση μικρών καλλιεργητικών μονάδων, τη μείωση του ορίου συνταξιοδότησης και γενικά ήταν ο πρώτος πρόεδρος της Βραζιλίας που, έστω και επιφανειακά, επικέντρωσε την εσωτερική πολιτική της χώρας στην -ομολογουμένως μικρή για το ποσοστό φτώχειας της Βραζιλίας- αναδιανομή του πλούτου.

Όσον αφορά, δε, στην οικονομία και την εξωτερική πολιτική της Βραζιλίας, ο Λούλα φαινόταν να έχει το «άγγιγμα του Μίδα». Αναλαμβάνοντας την προεδρεία της χώρας σε μια περίοδο όπου αυτή χρωστούσε ακόμα στο ΔΝΤ, κατάφερε μέσα σε μια τριετία να ξεχρεώσει εντελώς, ενώ μέχρι το 2008 η Βραζιλία από χώρα-οφειλέτη είχε μετατραπεί σε χώρα-δανειστή, καταφέρνοντας να επηρεαστεί από την παγκόσμια οικονομική κρίση πολύ λιγότερο τόσο από την Αμερική όσο και από την Ευρώπη και να αναδειχθεί ως η όγδοη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως. Η επιτυχία αυτή βασιζόταν κυρίως σε μέτρα επενδύσεων (με συμφωνίες του κράτους με τον ιδιωτικό τομέα) για την αναδόμηση και τη δημιουργία δρόμων και σιδηροδρομικών γραμμών, καθώς και για τον εκμοντερνισμό των ενεργειακών υποδομών της Βραζιλίας –όπως με τη δημιουργία της δημόσιας πετρελαϊκής εταιρίας Petrobras, που κατέστησε τη Βραζιλία σε παγκόσμιο προμηθευτή πετρελαίου. Η εμπιστοσύνη που δημιούργησε η οικονομική ανάπτυξη της Βραζιλίας στους επενδυτές ήταν τέτοια, που η χώρα ανέλαβε τη διεγαγωξή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2016 –κίνηση η οποία, από πλευράς βραζιλιανικής κυβέρνησης, αποτέλεσε στην ουσία της πολιτική επιλογή, εφόσον ο Λούλα επέλεξε να ξοδέψει δισεκατομμύρια από τον κρατικό προϋπολογισμό στη δημιουργία των υποδομών για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αντί να τα χρησιμοποιήσει για την ενίσχυση των κοινωνικών προγραμμάτων που η κυβέρνησή του είχε εκκινήσει. Παρά τις εμφανείς αναδιπλώσεις στην κοινωνική πολιτική του ΡΤ, ήδη από την προεδρία του Λούλα, το γεγονός ότι, το 2011, 20 εκατομμύρια Βραζιλιάνοι είχαν ξεφύγει από το όριο της φτώχειας, ήταν αυτό που εξασφάλισε την επανεκλογή του Κόμματος των Εργατικών, αυτή τη φορά με επικεφαλής τη Ντίλμα Ρούσεφ.

Και η παρακαταθήκη που ο Λούλα άφηνε στη Ρούσεφ ήταν πολύ θετική, αλλά ταυτόχρονα και πολύ επισφαλής∙ γιατί ναι μεν ο Λούλα άφησε πίσω του μια ανθηρή οικονομία, αλλά για να τα καταφέρει έπαιξε με τους κανόνες του παιχνιδιού της παγκόσμιας οικονομίας -και στα χρόνια της συνεχούς επιδείνωσής της, η Βραζιλία δεν έμελλε να είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Η παγκόσμια πτώση των τιμών των πρώτων υλών (στην εξαγωγή των οποίων οφειλόταν εν πολλοίς και η άνθηση της βραζιλιανικής οικονομίας) επηρέασε την εξαγωγική δυνατότητα και τα κέρδη της Βραζιλίας, γεγονός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη σταδιακή υποχώρηση του Κόμματος των Εργατικών από τις θέσεις –και τις πράξεις- του για την κοινωνική πρόνοια. Κατά τα χρόνια προεδρίας της Ρούσεφ, μέχρι και την τελική αποπομπή της, το Σεπτέμβρη του 2011, τα κοινωνικά προγράμματα που το Κόμμα των Εργατικών είχε εκκινήσει συνέχισαν εν πολλοίς να λειτουργούν. Ωστόσο, η παγκόσμια οικονομική κρίση και η επίδραση που είχε στις τιμές του πετρελαίου οδήγησε στη μείωση στο μισό της τιμής πώλησής του και στην αντίστοιχη επιδείνωση της βραζιλιανικής οικονομίας. Και όσο η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης πίεζε και τη Βραζιλία, το Κόμμα των Εργατικών βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα, το οποίο έχει αποτελέσει και την ταφόπλακα των αριστερών εγχειρημάτων διακυβέρνησης σε πολλές χώρες, τόσο της Λατινικής Αμερικής, όσο και της Ευρώπης (και η Ελλάδα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού): σε μια παρτίδα πόκερ, με πιο ισχυρούς παίχτες από εσένα, η έκβαση της οποίας δεν προμηνύεται και πολύ καλή, πετάς την τράπουλα στα σκουπίδια ή κάνεις συμμαχίες, για να μείνεις στο παιχνίδι, ελπίζοντας κάποια στιγμή να μοιράζεις εσύ τα χαρτιά; Μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ αν η Ρούσεφ ήθελε όντως να «μοιράσει τα χαρτιά», οι αποφάσεις πάντως που πήρε, όταν αναμετρήθηκε με αυτό το δίλημμα, ήταν και η αρχή του τέλους του αριστερού εγχειρήματος στη Βραζιλία.

Η Ρούσεφ, συνεχίζοντας μια πορεία που είχε προδιαγραφεί για το Κόμμα των Εργατικών ήδη από την προεδρία του Λούλα, επέλεξε να μείνει στο παιχνίδι. Έτσι, προχώρησε σε συμμαχίες με τα κεντρο-δεξιά και δεξιά κόμματα του κοινοβουλίου, ώστε να περάσουν νόμοι που μείωναν τις δαπάνες του κράτους για κοινωνικές παροχές και εργατικά προνόμια. Ταυτόχρονα, διατήρησε τις πολιτικές υψηλού επιτοκίου, για τις οποίες πίεζε ο τραπεζικός τομέας, με αποτέλεσμα το κράτος να καταλήξει να δαπανεί τεράστια ποσά για την αποπληρωμή των τραπεζών (σύμφωνα, μάλιστα, με μελέτες του ΔΝΤ, τα κέρδη των τεσσάρων μεγαλύτερων τραπεζών της Βραζιλίας το 2013 ήταν μεγαλύτερα από το ΑΕΠ 83 χωρών). Μετά τη δεύτερη επανεκλογή της Ρούσεφ, το 2014, ένας πρώην τραπεζίτης διορίστηκε Υπουργός Οικονομικών, και από τις πρώτες του κινήσεις ήταν οι περικοπές σε υγεία, παιδεία και στέγαση. Ακόμη και στο χώρο των κοινωνικών κινημάτων, το Κόμμα των Εργατικών πρόσφατα πέρασε έναν αντιτρομοκρατικό νόμο, που στοχεύει στην καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων, και έδωσε στις δυνάμεις καταστολής το περιθώριο να επιτίθενται σε διαδηλωτές, μέλη της αφρο-βραζιλιανικής κοινότητας και γενικότερα σε ανθρώπους που ζούσαν στο κοινωνικό περιθώριο (μεταξύ του 2009 και του 2013, η βραζιλιάνικη αστυνομία υπολογίζεται ότι σκότωνε περίπου έξι ανθρώπους την ημέρα, νούμερο που την καθιστά μία από τις πιο βίαιες αστυνομικές δυνάμεις του κόσμου). Τέλος, για να καταφέρει να αντιπαλέψει την επίθεση που δεχόταν από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία ελέγχονται στο σύνολό τους από την οικονομική ελίτ της Βραζιλίας, η Ρούσεφ προχώρησε στη χρηματοδότησή τους με τεράστια ποσά, προκειμένου να ανοίξει συμμαχίες και με την εκλογική βάση του δεξιού κόμματος της αντιπολίτευσης, PSDB.

Ωστόσο, όπως έχει αποδείξει πολλές φορές η ιστορία, η αστική τάξη μπορεί να ανέχεται ένα κόμμα με αριστερές καταβολές στην εξουσία, όσο αυτό συνεχίζει να υλοποιεί την πολιτική που την εξυπηρετεί, σίγουρα όμως δεν το εμπιστεύεται και δεν το προτιμά για υλοποιητή των συμφερόντων της. Έτσι, όταν -παρά την τρομερή πτώση της δημοτικότητάς της Ρούσεφ- το Κόμμα των Εργατικών παρέμενε πρώτη επιλογή σε δημοσκοπήσεις και όταν ο Λούλα ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ξανασυμμετάσχει στις εκλογές του 2018, ανοίγοντας το ενδεχόμενο εικοσαετούς διακυβέρνησης της αριστεράς, η κίνηση της οικονομικής ελίτ ήταν άμεση.

Μην μπορώντας, για θεσμικούς λόγους, το PSDB να εκκινήσει διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης ενάντια στη Ρούσεφ, επενδύει στο νόμο ενάντια στη διαφθορά και, με τη βοήθεια του φιλικά διακείμενου στο PSDB δικαστή, Σέρτζιο Μόρο, βγάζει στο φως της δημοσιότητας το σκάνδαλο «Lava Jato» (ξέπλυμα αμαξιού). Σύμφωνα με αυτό, ο Λούλα, όπως και μια σειρά μελών του Κόμματος των Εργατών, είχαν δωροδοκηθεί από την πετρελαϊκή εταιρεία Petrobras, ενώ επιπλέον κατηγορίες υπήρξαν για το «πείραγμα» του κρατικού προϋπολογισμού, τόσο από τον Λούλα όσο και από τη Ρούσεφ. Τα ΜΜΕ ξεκινούν έναν ανηλεή πόλεμο ενάντια στο «διεφθαρμένο» ΡΤ, ενώ οργανώνεται ένα ιδιότυπο «κίνημα της γραβάτας», χρηματοδοτούμενο από ακροδεξιούς σχηματισμούς, που απαιτεί την απομάκρυνση της Ρούσεφ από την Προεδρία. Πολλά μέλη του Κόμματος των Εργατικών φυλακίζονται, ο Λούλα αντιμετωπίζει την ποινή στέρησης του δικαιώματος να συμμετάσχει στις επερχόμενες εκλογές και η Ρούσεφ απομακρύνεται από την Προεδρία, με την παραδοχή και των πολεμίων της ότι η ίδια δεν εμπλέκεται σε διαφθορά, όμως «θα έπρεπε να γνωρίζει». Και για να μην παρεξηγηθούμε: η διαφθορά, για την οποία κατηγορούνταν τα μέλη και τα ηγετικά στελέχη του ΡΤ ήταν όντως υπαρκτή. Από τη δημιουργία της Petrobras και μετά, μάλλον δεν θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε πόσα ακριβώς χρήματα ξοδεύτηκαν σε μίζες και δωροδοκίες, ενώ είναι γνωστό ότι στελέχη και φίλοι του Κόμματος παρασιτούσαν στα κρατικά ταμεία. Παρόλα αυτά, το παιχνίδι που στήθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, ώστε να εξαφανιστεί από το πολιτικό προσκήνιο ο Λούλα και η Ρούσεφ, είχε ενορχηστρωθεί από έναν «παίχτη», ο οποίος αποτελούσε χειρότερη πολιτική επιλογή και από τους δύο.

Κάπως έτσι, τη θέση του Προέδρου αναλαμβάνει ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της Βουλής και επικεφαλής του Δημοκρατικού Κινήματος (PSDB), Μικέλ Τεμέρ. Ένα ενδεικτικό στοιχείο για τη δημοτικότητά του είναι ότι στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών του Ρίο δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την ομιλία του, γιατί γιουχαρίστηκε εντόνως από το κοινό και αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Και αυτό, φυσικά, δεν έγινε χωρίς λόγο. Η πρώτη κυβέρνηση, που σχηματίστηκε ως μεταβατική τον Μάιο υπό τον Τεμέρ, αποτελούνταν αποκλειστικά από λευκούς άντρες, σε μια χώρα, οι πολίτες της οποίας είναι σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% έγχρωμοι. Το ότι ο Τεμέρ δεν έχει καμία πρόθεση να εκπροσωπήσει το λαό της Βραζιλίας φαίνεται και από τα μέτρα που έχει λάβει στη διάρκεια της μεταβατικής προεδρίας του: απόσυρση των κοινωνικών προγραμμάτων καταπολέμησης της φτώχειας, μείωση επιδοτήσεων για τρόφιμα, αύξηση του κόστους πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση, ενώ έχει ανακοινώσει την εφαρμογή ακόμη μεγαλύτερων μέτρων λιτότητας, όπως τη μείωση δημοσίων δαπανών για την υγεία και την εκπαίδευση και την ιδιωτικοποίηση των φυλακών και των νοσοκομείων.

Αλλά ακόμη και στο κομμάτι του «ηθικού πλεονεκτήματος», ο Τεμέρ φαίνεται να μην μπορεί να παρουσιαστεί ως το αντίπαλο δέος της διαφθοράς. Ο ίδιος, σύμφωνα με αποκαλύψεις του Wikileaks, φαίνεται να έχει διατελέσει πληροφοριοδότης των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών και να έχει λάβει περίπου 300.000 δολάρια σε μίζες για προγράμματα πυρηνικής ενέργειας (αυτή τη στιγμή μάλιστα διενεργείται έρευνα προς το πρόσωπό του για κατηγορίες σχετικά με τη χρηματοδότησή του κόμματός του, το 2012, από χρήματα της εταιρείας Transpetro –θυγατρική της Petrobras- που προέρχονταν από παράνομη δραστηριότητα), ενώ τρεις υπουργοί του υποχρεώθηκαν σε παραίτηση, βδομάδες μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους, λόγω εμπλοκής τους σε υποθέσεις διαφθοράς. Αλλά ακόμη και η εμμονή του στη διαλεύκανση της υπόθεσης Lava Jato φαίνεται να υποχωρεί μετά την απομάκρυνση της Ρούσεφ και η έρευνα γύρω από το σκάνδαλο σταματάει, παρόλο που υπάρχουν ενδείξεις ότι εμπλέκονται σε αυτή πολλά μέλη της Βραζιλιάνικης Βουλής, ακόμα και μέλη του κόμματός του.

Εν τω μεταξύ, δημοσκοπήσεις στη Βραζιλία δείχνουν ότι αυτό που θέλει ο λαός είναι ακριβώς αυτό που ο Τεμέρ του στέρησε με το «δημοκρατικό του πραξικόπημα»: νέες εκλογές και ανάδειξη μέσα από αυτές του επόμενου προέδρου. Προφανώς, ο Τεμέρ δεν είναι διατεθειμένος, τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο διάστημα, να παραιτηθεί του αξιώματός του –έχει εξάλλου μια ολόκληρη πολιτική ατζέντα να υλοποιήσει. Και το δυστυχές είναι πως ο βασικός λόγος που βρέθηκε να έχει τη δυνατότητα να την υλοποιήσει δεν είναι παρά ο ιστορικός συμβιβασμός που έκανε το Κόμμα των Εργατικών, όταν ήρθε στην εξουσία. Εξαγορά ψήφων, ήδη από την προεδρία του Λούλα, συμμαχίες με συντηρητικά κόμματα, υποχώρηση από την εξυπηρέτηση λαϊκών συμφερόντων και σταδιακή ενσωμάτωση σε ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα από πλευράς του ΡΤ άνοιξαν το δρόμο για μια τύπου παλινόρθωση του δικτατορικού καθεστώτος –ενός καθεστώτος που ο ίδιος ο λαός της Βραζιλίας με αίμα είχε ρίξει.

Και ναι, αυτό που παρατήρησε η Ρούσεφ την ημέρα της αποπομπής της, ότι δηλαδή «61 άνδρες, πολλοί από τους οποίους είναι κατηγορούμενοι για διαφθορά, έριξαν 54 εκ. ψήφους των Βραζιλιάνων στα σκουπίδια» ισχύει. Αλλά αυτός που μετακίνησε τον κάδο των σκουπιδιών τόσο κοντά σε αυτούς τους 61 άνδρες δεν ήταν άλλος από τα ίδια τα στελέχη του Κόμματος των Εργατικών. Και, για ακόμη μία φορά, αυτός που θα κληθεί να χτίσει τη ζωή του μέσα από τα σκουπίδια είναι ο βραζιλιάνικος λαός. Και όλα δείχνουν πως αυτό δεν θα είναι μια εύκολη υπόθεση.

Εκτύπωση άρθρου