Τι Απέγινε Η «Ροζ Παλίρροια»;

Της Kyla Sankey.

Όταν η «ροζ παλίρροια» των αριστερών κυβερνήσεων ανέλαβε την εξουσία για πρώτη φορά στο φόντο των διαμαρτυριών κατά του νεοφιλελευθερισμού σε όλη τη Λατινική Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στις αρχές του 2000, η αρχική αντίδραση από την Αριστερά ήταν αισιόδοξη. Προσπαθώντας να κινηθούν πέρα από τα όρια του «δεν υπάρχει εναλλακτική», πολλοί εναπόθεσαν τις ελπίδες τους σε ένα φαινομενικά νέο κύμα πραγματικών εναλλακτικών απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό.

Εν μέσω μιας επαναστατικής θέρμης για τα κοινωνικά φόρουμ, τις συμμαχίες αλληλεγγύης και τα λαϊκά συμβούλια, φαινόταν να βρίσκεται εν εξελίξει μία ιστορική αλλαγή, την οποία ο Εκουαδόριος πρόεδρος Rafael Correa αισιόδοξα αποκάλεσε «πραγματική αλλαγή στην ιστορία».

Αλλά εκ των υστέρων, οι πολιτικές κινητοποιήσεις του 2005 που είχαν οδηγήσει στην ήττα της ζώνης ελεύθερων συναλλαγών Αμερικής (FTAA) ίσως ήταν το απόγειο του εγχειρήματος της ροζ παλίρροιας. Από τότε, η ισoρροπία δυνάμεων σταδιακά μετατοπίζεται πάλι προς τη Δεξιά, με τη δημοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των αριστερών κυβερνήσεων να φθίνει με ραγδαίους ρυθμούς.

Από το 2012, η οικονομική ύφεση γέννησε πολιτική αστάθεια σε όλη την περιοχή. Στη Βενεζουέλα, το Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Βενεζουέλας (PSUV) υπέστη μία τεράστια ήττα στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το μέλλον της κυβέρνησης. H ισχύς του Κινήματος για το Σοσιαλισμό (ΜAS) στη Βολιβία δέχτηκε ένα χτύπημα με την πρόσφατη ήττα στο δημοψήφισμα, το οποίο αν περνούσε θα είχε επεκτείνει τα όρια της θητείας του αριστερού προέδρου Evo Morales.

Παρόλα αυτά, η μεγαλύτερη ήττα επήλθε στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της ροζ παλίρροιας. Η εκλογή του Mauricio Macri στην Αργεντινή συμβολίζει την πρώτη φορά που ένας προοδευτικός συνασπισμός στη Λατινική Αμερική ηττάται σε προεδρικές εκλογές, ενώ στη Βραζιλία η αντιπολίτευση κατάφερε αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει στις εκλογές,  μέσω ενός επιτυχημένου πραξικοπήματος απέναντι στην Πρόεδρο Dilma Rousseff, ενορχηστρωμένο από το δικαστικό σώμα και τα μέλη του Κογκρέσου.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι ΗΠΑ ελίσσονται προκειμένου να επωφεληθούν από την κρίση. Σε αντίθεση με τις δεκαετίες του ’70 και του ’80,  οι τωρινές προσπάθειες να επανακατοχυρώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή δεν γίνονται μέσω στρατιωτικών πραξικοπημάτων (με εξαίρεση τις περιπτώσεις της Ονδούρας και της Παραγουάης), αλλά με «πραξικοπήματα χαμηλής έντασης».

Οι στρατηγικές οικονομικού σαμποτάζ και ελλείψεων, σε συνδυασμό με τις παρατεταμένες εκστρατείες προπαγάνδας και τα σκάνδαλα στα ΜΜΕ και στα κοινωνικά δίκτυα, δημιουργούν ένα κλίμα φόβου, απόγνωσης και αστάθειας. Όλα αυτά στρώνουν το δρόμο στη Δεξιά να δώσει το τελικό χτύπημα μέσω θεσμικών μηχανισμών, όπως είναι το δικαστικό σώμα, οι εκλογές και, στην περίπτωση της Βενεζουέλας, ένα δημοψήφισμα ανάκλησης που θα ανακόψει την προεδρεία του Nicolas Maduro.

Παρόλα αυτά, είναι ανεπαρκές να επικαλείσαι τον ιμπεριαλισμό για να εξηγήσεις την κρίση που αντιμετωπίζει η λατινοαμερικάνικη Αριστερά. Στο παρελθόν, όταν οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις είχαν προσπαθήσει να ανατρέψουν τις αριστερές κυβερνήσεις μέσω πραξικοπημάτων, στη Βενεζουέλα το 2002, στη Βολιβία το 2008 και στο Εκουαδόρ το 2010, η λαϊκή στήριξη προς αυτές τις κυβερνήσεις ήταν αρκετή για να αντισταθούν στην πίεση της Δεξιάς. Και αυτό συνέβη παρά το οικονομικό σαμποτάζ και τη σφοδρή αντιπολίτευση από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Αντιθέτως, σήμερα αυτές οι κυβερνήσεις επιδεικνύουν πολύ εξασθενημένες αντιστάσεις απέναντι στις επιθέσεις της Δεξιάς.

Για να κατανοήσει τη σημερινή κρίση, η Αριστερά πρέπει επίσης να κοιτάξει προς τα έσω. Η τρέχουσα πολιτική και οικονομική κρίση σχετίζεται με τα όρια και τις δομικές αντιφάσεις που είναι σύμφυτα με το ίδιο το εγχείρημα της ροζ παλίρροιας και που ολοένα και υπονομεύουν τους ριζοσπαστικούς της στόχους.

Αμφισβητώντας το Νεοφιλευθερισμό

Οι αριστερές κυβερνήσεις που αποτελούν όλες μαζί τη ροζ παλίρροια -συμπεριλαμβανομένης της  Βενεζουέλας, της Βολιβίας, του Εκουαδόρ και κάποιων λιγότερο ριζοσπαστικών κυβερνήσεων όπως αυτών της Βραζιλίας και της Αργεντινής- αρχικά κέρδισαν στις εκλογές στο φόντο μιας εκτενούς λαϊκής δυσαρέσκειας που προέκυψε από τα αποτελέσματα του νεοφιλελευθερισμού. Επομένως, αυτό που κατά βάση έδωσε ώθηση στο εγχείρημά τους ήταν το αντι-ιμπεριαλιστικό και το αντι-νεοφιλελεύθερο πρόταγμα.

Σε απάντηση  των μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων, αυτές οι κυβερνήσεις απάλυναν την σκληρότερη επίθεση του νεοφιλελευθερισμού, ανακόπτοντας τις ιδιωτικοποιήσεις, προωθώντας την ανάπτυξη βασισμένη στην παραγωγή και όχι στην κερδοσκοπία, ανακτώντας το ρόλο του κράτους στην αναδιανομή του πλούτου και επεκτείνοντας τις δημόσιες υπηρεσίες, ειδικά αυτές της ιατρικής περίθαλψης, της σίτισης και της εκπαίδευσης.

Ο αρχικός στόχος ήταν να οικοδομηθεί ένα εναλλακτικό ηγεμονικό μπλοκ, ικανό να διαρρήξει την ηγεμονία των ΗΠΑ και της νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης.  Οι κοινοί στόχοι εναλλακτικών μορφών εκβιομηχάνισης, εμπορίου, οικονομίας και επικοινωνιών συνδέθηκαν με σημαντικές προσπάθειες ολοκλήρωσης μέσω πρωτοβουλιών όπως η Ένωση Κρατών της Νότιας Αμερικής (UNASUR) και της Κοινότητας Κρατών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (CELAC). To πιο ενδιαφέρον από όλα τα εγχειρήματα ήταν η πρωτοβουλία της Βενεζουέλας , η Μπολιβαριανή Συμμαχία των Λαών της Δικής Μας Αμερικής (ALBA), που αναζητούσε εναλλακτικές μορφές συνεργασίας, βασισμένες στις αρχές της συμπληρωματικότητας και της αλληλεγγύης.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα κοινωνικά προγράμματα των κυβερνήσεων της ροζ παλίρροιας ωφέλησαν σημαντικά τα φτωχά στρώματα και τους εργαζομένους. Πολλοί για πρώτη φορά απέκτησαν πρόσβαση σε βασικά αγαθά, σε στέγαση, σε ανώτερη εκπαίδευση και σε ιατρική περίθαλψη.

Πιθανώς με εξαίρεση τη Βενεζουέλα, οι μεταρρυθμίσεις των προοδευτικών κυβερνήσεων σχεδιάστηκαν αποκλειστικά για να αμφισβητήσουν την ηγεμονία των ΗΠΑ και για να μετριάσουν τις συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού. Ελάχιστα αμφισβήτησαν το βασικό οικοδόμημα του καπιταλισμού σε αυτές τις χώρες. Οι βασικοί στόχοι για εθνικοποίηση ήταν κάτι ξένο, ενώ το εξουσιαστικό οικοδόμημα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής παρέμενε ανέγγιχτο.

Τα κοινωνικά προγράμματα στόχευαν μόνο στο να βοηθήσουν τους φτωχούς, αλλά απείχαν από το να αμφισβητήσουν τους πλούσιους. Δεν έγινε καμία σημαντική αγροτική μεταρρύθμιση και οι μεγαλύτερες πηγές όπως είναι η εξόρυξη, η αγροτική βιομηχανία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παρέμεναν στα χέρια μιας μικρής ελίτ, που συνέχιζε να κερδοσκοπεί επί των κυβερνήσεων της ροζ παλίρροιας. Έτσι, καθώς αναπτυσσόταν το εγχείρημα της ροζ παλίρροιας ολοένα και υπονομευόταν από τις ίδιες του τις αντιφάσεις.

“Νεο-αναπτυξιακή στρατηγική”

To βασικό χαρακτηριστικό της οικονομικής στρατηγικής της ροζ παλίρροιας ήταν το νεο-αναπτυξιακό μοντέλο. Πρόκειται για μία επικαιροποιημένη εκδοχή του μοντέλου εκβιομηχάνισης, με την υποκατάσταση των εισαγωγών, που προωθήθηκε από την οικονομική Επιτροπή για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (ECLAC) στην μεταπολεμική περίοδο, σχεδιασμένη έτσι ώστε να βοηθήσει τις χώρες τις Λατινικής Αμερικής να «σπάσουν» την εξάρτηση του Νότου από του Βορρά και να ανακτήσουν την εθνική τους κυριαρχία.

Η Βραζιλία, η Αργεντινή και το Εκουαδόρ προσπάθησαν να μειώσουν την εξάρτηση από τα ξένα κεφάλαια με την προώθηση της τοπικής επιχειρηματικότητας και σφυρηλατώντας συμμαχίες με την εθνική αστική τάξη. Αλλά, οι επιδοτήσεις προς τους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων απέτυχαν να προωθήσουν τις επενδύσεις με τρόπο που να μπορούν να στηρίξουν τους στόχους της εθνικής ανάπτυξης ή της οικονομικής διαφοροποίησης. Σε όλες τις χώρες της ροζ παλίρροιας διατηρήθηκαν οι δομικές οικονομικές ανισότητες, οδηγώντας αυτές τις χώρες σε όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις εξαγωγές πρώτων υλών για να δώσουν καύσιμα στην οικονομική ανάπτυξη και να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας.

Πράγματι, η αυξανόμενη εξάρτηση από την εξόρυξη φυσικών πόρων υπήρξε η πιο προβληματική πτυχή των αναπτυξιακών στρατηγικών της ροζ παλίρροιας. Αν και οι κυβερνήσεις υπερασπίστηκαν το εξορυκτικό μοντέλο ως ένα απαραίτητο στάδιο της ανάπτυξης για να κινηθούν προς μια πιο αναπτυγμένη οικονομία, στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο.

Η «πρωταρχικοποίηση» των οικονομιών περιόρισε περαιτέρω την παραγωγική τους βάση και τους καταδίκασε σε μεγαλύτερη εξάρτηση στην εξαγωγή πρώτων υλών. Παρά τις προσπάθειες να επιβληθούν νεο-αναπτυξιακές στρατηγικές για τη διοχέτευση των εσόδων από την αγροτική και εξορυκτική παραγωγή σε εναλλακτικές παραγωγικές δραστηριότητες, αυτά τα εγχειρήματα ποτέ δεν προχώρησαν.

Η πιο σημαντική γεω-οικονομική αλλαγή, που συνδυάστηκε με την προσανατολισμένη στην πρωτοβάθμια εξαγωγή αναπτυξιακή στρατηγική, υπήρξε η ανάπτυξη δεσμών με την Κίνα. Αλλά αυτές οι νέες εμπορικές σχέσεις δεν κατάφεραν ούτε να αποτελέσουν τη βάση για μία περιφερειακή κυριαρχία, ούτε να σπάσουν την λογική της εξάρτησης. Μάλλον, το εμπόριο με την Κίνα έφερε νέες μορφές υποταγής, ενισχύοντας την πρωταρχική ανάπτυξη μέσω της εξαγωγής βασικών αγαθών με ελάχιστη μεταφορά τεχνολογίας.

Αλλά ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα με το εξορυκτικό μοντέλο είναι η σχέση του με μία υπερβολικά αντιδημοκρατική συγκέντρωση εξουσίας και πόρων, που χαρακτηρίζεται από τη δομική ανεργία αφενός και, αφετέρου, από την συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια ενός μικρού στρώματος επενδυτών και πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Το εξορυκτικό αναπτυξιακό μοντέλο στην πραγματικότητα απέτρεψε την πιθανότητα οποιασδήποτε περαιτέρω προοδευτικής αλλαγής, ενώ, αντιθέτως, ενθάρρυνε μια βαθύτερη διείσδυση του κεφαλαίου στα εδάφη της Λατινικής Αμερικής. Οι επικριτές περιγράφουν αυτό το μοντέλο ως «ληστρικό καπιταλισμό», επειδή τα δυσμενή αποτελέσματα της οικονομικής ανάπτυξης εντοπίζονται στους φυσικούς πόρους και τις αγροτικές κοινότητες, στην εκδίωξη των αγροτών και των ιθαγενών και προκαλούν οικολογικές καταστροφές. Αυτό γεννά ένα κύκλο εδαφικών αγώνων απέναντι σε εξορυκτικά προγράμματα.

Έτσι, παρ’ ότι ενισχύεται σημαντικά η κοινωνική πρόνοια, οι κυβερνήσεις της ροζ παλίρροιας είναι ανίκανες να υπερβούν τις εντάσεις που ενυπάρχουν σε αυτό το αναπτυξιακό μοντέλο. Κατάφεραν ένα χτύπημα στη «νέα τάξη πραγμάτων» που αντιπροσωπεύει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση με το μπλοκάρισμα των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου και την ανατροπή των ιδιωτικοποιήσεων.

Αλλά τελικά, οι κυβερνήσεις της ροζ παλίρροιας ποτέ δεν επέκτειναν την αποστολή τους στο να υπερβούν τον καπιταλισμό ως τέτοιο. Αντιθέτως, συμβιβάστηκαν με αυτόν, εμβαθύνοντας την εξάρτηση από το παγκόσμιο κεφάλαιο.

Πολύ περισσότερο, οι στρατηγικές εξόρυξης αύξησαν την «ευαισθησία» των κυβερνήσεων σε κύκλους εκρήξεων αποτυχίας. Κατακόρυφη πτώση των τιμών των εμπορευμάτων – συνέπεια της φθίνουσας ανάπτυξης στην Κίνα, μειωμένη ζήτηση αγρο-καυσίμων και ανάπτυξη του σχιστόλιθου και άλλων υποκατάστατων πετρελαίου-  κατέστρεψαν  τις οικονομίες της ροζ παλίρροιας, οδηγώντας σε μειωμένους ή αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, νομισματική υποτίμηση και υφεσιακούς δημοσιονομικούς πόρους.

Η περιοχή τώρα αντιμετωπίζει τον τέταρτο χρόνο οικονομικής ύφεσης. Εν τω μεταξύ, πολύ λίγοι  στόχοι εναλλακτικού εμπορίου και εκβιομηχάνισης επιτεύχθηκαν, επιδεινώνοντας την οικονομική στασιμότητα.

Υποβάθμιση του μετασχηματισμού

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το εξορυκτικό μοντέλο παρείχε στις κυβερνήσεις της ροζ παλίρροιας τα απαραίτητα έσοδα για να εφαρμόσει σημαντικά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας. Αλλά επειδή δεν συνοδεύτηκαν από ένα πιο ριζοσπαστικό πρόγραμμα για δομικό μετασχηματισμό, αυτά τα κοινωνικά προγράμματα, υπήρξαν μία προσωρινή μόνο λύση· οι δομικοί μηχανισμοί που αναπαράγουν την ανισότητα και τον κοινωνικό αποκλεισμό παρέμειναν ανέπαφοι.

Η απουσία ενός ευρύτερου προγράμματος για το μετασχηματισμό της κοινωνίας και της κοινωνικής συνείδησης περιόρισε την αποτελεσματικότητα των κοινωνικών προγραμμάτων. Στην Αργεντινή, τα σχέδια επείγουσας επισιτιστικής βοήθειας και τα συσσίτια εγκαθιδρύθηκαν για να παρέχουν ζωτική υποστήριξη στα πιο πληβειακά τμήματα του πληθυσμού κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Αλλά δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν μακροπρόθεσμα τις βαθύτερες δομικές αιτίες της φτώχειας. Μετά την εκπλήρωση της αρχικής αναγκαιότητας, αυτά τα προγράμματα δεν αντικαταστάθηκαν από προσπάθειες οργάνωσης εναλλακτικών τρόπων βιοπορισμού για τους ανθρώπους πέρα από το καλούπι της ατομικής κατανάλωσης.

Στερούμενα ριζοσπαστικής δυνατότητας, τα προγράμματα κοινωνικής βοήθειας μετατράπηκαν σε μηχανισμούς για τον έλεγχο του τμημάτων του λαού και κοινωνικών οργανώσεων. Τα προγράμματα ανεργίας της Kirchner αξιοποιήθηκαν ως εργαλείο για να διασπάσουν και νικήσουν το κίνημα των πικετέρο (piquetero). Οι «αφοσιωμένοι» ακτιβιστές επιβραβεύονταν με αξιώματα και πόρους, ενώ εκείνοι που ήταν πιο επικριτικοί απομονώνονταν. Το αποτέλεσμα από αυτές τις πελατειακές πρακτικές ήταν η αποπολιτικοποίηση, η κινηματική νηνεμία και η απονομιμοποίηση του κινήματος.

Στη Βραζιλία, η ανάδυση του Κόμματος των Εργατών (PT)  στην εξουσία συνδέθηκε με την διάλυση παρά με την ενεργοποίηση των αριστερών κοινωνικών δυνάμεων. Η σχέση του PT με τα κινήματα οριζόταν κυρίαρχα από τη συνάντησή του με ηγέτες συνδικάτων, κοινωνικών οργανώσεων και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων σε δημόσιες διευθυντικές θέσεις. Αλλά αυτό σήμαινε ότι οι ακτιβιστές και οι προοδευτικοί  άφηναν τη θέση των λαϊκών ηγετών για να αποτελέσουν ένα τμήμα της ελίτ, χάνοντας έτσι τη λαϊκή νομιμοποίηση. Η Αριστερά ήταν αποπροσανατολισμένη και ανενεργή, ανίκανη να διαμορφώσει μία ανεξάρτητη πολιτική τοποθέτηση.

Σε κάθε περίπτωση, τα κοινωνικά προγράμματα δεν συνοδεύτηκαν από νέες μορφές λαϊκής εκπαίδευσης, κινητοποίησης, ενοποίησης και πολιτικών σχηματισμών. Ο ρόλος των φτωχών περιορίστηκε στο να δρουν παθητικά ως ευεργετούμενοι των κοινωνικών προγραμμάτων, αντί να δράσουν ως ριζοσπαστικά πολιτικά υποκείμενα. Εισήχθησαν στην «κοινωνία των καταναλωτών», αλλά δεν ήταν μέρος ενός εγχειρήματος που θα φιλοδοξούσε να αμφισβητήσει αυτή την κοινωνική μορφή ή να μετασχηματίσουν την κοινωνική συνείδηση. Αυτό εξαφάνισε την πιθανότητα οικοδόμησης μετα-καπιταλιστικών κοινωνιών.

Συνεπώς, ο πολιτικός ορίζοντας του εγχειρήματος της ροζ παλίρροιας περιορίστηκε σε μία προσωρινή αύξηση της καταναλωτικής ικανότητας των φτωχών και του κόσμου της εργασίας. Ενώ αυτό ήταν πιο εμφανές στη Βραζιλία και στην Αργεντινή, παρόμοια δυναμική αναπτύχθηκε επίσης στα περισσότερο ριζοσπαστικά εγχειρήματα της Βολιβίας, του Εκουαδόρ και της Βενεζουέλας.

Η πτώση της τιμής των εμπορευμάτων αποκάλυψε τις αντιφάσεις του εγχειρήματος της ροζ παλίρροιας. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούσαν πλέον να ικανοποιήσουν το διττό ρόλο των διαμεσολαβητών μεγαλύτερων κερδών για το κεφάλαιο, αφενός, και των ευεργετών των φτωχών, αφετέρου. Μπροστά στην απουσία ενός πιο ριζοσπαστικού στρατηγικού οράματος που θα συγκρουόταν με τον καπιταλισμό μέσω της λαϊκής κινητοποίησης, οι κυβερνήσεις προχώρησαν σε δεξιά αναδίπλωση,  εφαρμόζοντας μεταρρυθμίσεις υπέρ των αγορών ως απάντηση στην οικονομική στασιμότητα.

Στη Βραζιλία, η Rousseff ανέκοψε την κοινωνική πολιτική και διόρισε έναν φιλελεύθερο πολιτικό στο αξίωμα του Υπουργού Οικονομικών. Στο Εκουαδόρ, οι αρχικές προσπάθειες του Correa να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και τα κοινωνικά προγράμματα περιορίστηκαν και τελικά αναγκάστηκε να αυξήσει το δημόσιο χρέος και τις εξαγωγές και να αναθέσει συμβάσεις παραχώρησης πετρελαίου σε μεγάλες εταιρείες. Εντωμεταξύ, οι πολιτικές τόνωσης της αγοράς και οι στρατηγικές συμμαχίες με μερίδες της ελίτ δημιούργησαν σύγχυση στην κοινωνική τους βάση.

Αναδυόμενες Εντάσεις

Ο περιορισμένος πολιτικός ορίζοντας του εγχειρήματος της ροζ παλίρροιας προκάλεσε εντάσεις μεταξύ των κυβερνήσεων και των κοινωνικών κινημάτων. Οι κυβερνήσεις ήταν ανίκανες να αποκτήσουν σχέσεις με τα κινήματα, κάτι που επέτρεψε στα τελευταία να διατηρήσουν την αυτονομία τους, ενώ έκαναν παράλληλα αυτοκριτική και διατηρούσαν έναν εποικοδομητικό διάλογο όταν ξεπηδούσαν κινήματα.

Οι προτεινόμενες κοινωνικές αλλαγές στη Βολιβία και στο Εκουαδόρ έχουν στερηθεί του ριζοσπαστικού τους περιεχομένου. Στο Εκουαδόρ, οι λαϊκές κινητοποιήσεις και οι συντακτικές συνελεύσεις άγγιξαν το όριο το 2008, όταν αναγνωρίστηκαν τα φυσικά δικαιώματα στο Σύνταγμα και το buen vivir- η «ευζωία», ένα εναλλακτικό όραμα ανάπτυξης βασισμένο στις κοσμοθεωρίες των εθνοτικών ομάδων και στις αρχές τις οικολογίας- ενσωματώθηκε στο όραμα ενός σχεδίου εθνικής ανάπτυξης.

Στην πράξη, όμως, αυτοί οι στόχοι ήταν πάντα υποτιμημένοι στην νεο-αναπτυξιακή στρατηγική, όπως φάνηκε πέρυσι όταν ο Correa εγκατέλειψε το Yasuní Ishpingo-Tambococha-Tiputini (ITT), δηλαδή την πρωτοβουλία παραμονής του πετρελαίου στο έδαφος, για να εκκινήσει τη διαδικασία γεώτρησης στο εθνικό πάρκο Yasuní.

Το εξορυκτικό αναπτυξιακό μοντέλο στο Εκουαδόρ έχει ενισχύσει τις εντάσεις μεταξύ της κυβέρνησης Correa, που γίνεται ολοένα και πιο γραφειοκρατική, και των λαϊκών κινητοποιήσεων των αγροτών, των ιθαγενών και των οικολογικών κινημάτων. Τα κινήματα διοργανώνουν πορείες και διακινούν αιτήματα κατά της κυβέρνησης που προωθεί πολιτικές επέκτασης της αγροβιομηχανίας και της εξόρυξης και που ποινικοποιεί την κοινωνική αντίδραση.

Η εχθρότητα της κυβέρνησης απέναντι σε αυτές τις διαμαρτυρίες οδήγησε στην εκ νέου ανάδυση της Δεξιάς, που άδραξε την ευκαιρία να κινητοποιηθεί απέναντι στην υψηλή φορολόγηση, με απώτερο στόχο την αποκατάσταση της συντηρητικής κυβέρνησης.

Παρομοίως, στη Βολιβία το αίτημα του MAS για «πολυεθνικότητα» και «πολυπολιτισμικότητα» εστιάζει σε ζητήματα ταυτοτήτων και αξιών για τους ιθαγενείς, κυρίαρχα μέσω της νομικής αναγνώρισης, αλλά μικρή σημασία δίνει στις υλικές αντιθέσεις που αναδύονται για αυτές τις κοινότητες,  στα πλαίσια της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Το μοντέλο του «καπιταλισμού των Άνδεων-Αμαζονίου» παραγνωρίζει τη συνύπαρξη των διαφορετικών πολιτισμικών-οικονομικών μορφών στο εσωτερικό της Βολιβιανής κοινωνίας: οι  ayllus, η οικογένεια, ο ανεπίσημος τομέας, οι μικρές επιχειρήσεις, όπως και το εθνικό και υπερεθνικό κεφάλαιο. Αλλά και πάλι, η πραγματική εμπειρία από την σύγκρουση μεταξύ αυτών των τομέων στη σφαίρα της αναπαραγωγής και στα σχέδια εξόρυξης μάλλον αποδεικνύουν την κυριαρχία των δύο τελευταίων.

Όταν η πρόταση για κατασκευή αυτοκινητόδρομου  για το Isiboro Sécure National Park and Indigenous Territory (TIPNIS) επιβλήθηκε, παρά τις κοινωνικές αντιδράσεις, η Βολιβιανή κυβέρνηση κατηγορήθηκε για τρομοκράτηση, διαίρεση και ποινικοποίηση των οργανώσεων των ιθαγενών. Τα κοινωνικά κινήματα έχουν αποδυναμωθεί μπροστά στη διαίρεση της κοινωνικής αντίδρασης, έχοντας παράλληλα χάσει την αυτονομία και την αγωνιστικότητά τους. Σε αυτό το πλαίσιο, το εγχείρημα κινδυνεύει να γίνει εργαλείο για το συμβιβασμό των κοινωνικών δυνάμεων με τις απαιτήσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αντί για μοχλό ριζοσπαστικής ενεργοποίησης.

Οι κυβερνήσεις, υπερβολικά αφοσιωμένες στην οικονομική ατζέντα και στην τεχνοκρατική διοίκηση του κράτους, έχουν χάσει το δεσμό τους με τους αυτόνομους, οργανωμένους κοινωνικούς τομείς. Οι μαζικές κινητοποιήσεις απέναντι στο PT στη Βραζιλία, το 2013, ξεκίνησαν ως διαμαρτυρίες με αριστερά αιτήματα για το ζήτημα της δημόσιας μετακίνησης. Ωστόσο, η αδιαφορία του κόμματος για αυτές τις λαϊκές κινητοποιήσεις άνοιξε το δρόμο στα δεξιά Μ.Μ.Ε. και στις ανώτερες μεσοαστικές τάξεις να αδράξουν την ευκαιρία και να κινητοποιήσουν τους δυσαρεστημένους, με αποτέλεσμα να καταστούν η κυρίαρχη δύναμη πίσω από την ανατροπή της κυβέρνησης το 2016.

Είναι πλέον προφανές ότι οι λαϊκές κινητοποιήσεις που επέτρεψαν την ανάδυση των κυβερνήσεων της ροζ παλίρροιας στην εξουσία είχαν μικρή διάρκεια. Αυτό συνέβη εν μέρει γιατί στερούνταν κάποιου μακροπρόθεσμου σχεδίου για να αναχθούν σε αυθύπαρκτη δύναμη, αλλά και γιατί υποβαθμίστηκαν στην ατζέντα των δικών τους κυβερνήσεων.  Αν και δεν έχει εκλείψει τελείως η πολιτική δράση,  οι δυνάμεις της Αριστεράς απέχουν πολύ απ’ τη συγκρότηση ενός ξεκάθαρου σχεδίου για την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής ηγεμονικής δύναμης.

Ως αποτέλεσμα, η τρέχουσα οικονομική κρίση βρήκε τις κοινωνικές δυνάμεις της Αριστεράς απροετοίμαστες. Ενώ οι κυβερνήσεις προχωρούσαν σε συμμαχίες με τη Δεξιά και υιοθετούσαν πολιτικές υπέρ των αγορών, ο λαϊκός παράγοντας δε μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε και να κινητοποιήσει τον κόσμο για μία λαϊκή εναλλακτική. Με την απουσία μίας στρατηγικής που θα πίεζε για ριζοσπαστική έξοδο από την κρίση, τόσο στη Βραζιλία, όσο και στο Εκουαδόρ, τα κινήματα που ασκούσαν κριτική στην κυβέρνηση κατέληξαν να προωθούν τους στόχους της Δεξιάς.

Αυτές οι εμπειρίες έδειξαν ξεκάθαρα ότι το εγχείρημα του κοινωνικού μετασχηματισμού δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία μεγαλύτερη κοινωνική αναδιανομή, χωρίς να αντιπαρατίθεται με τις δομές από όπου πηγάζει η βαθύτερη εξουσία και χωρίς να οικοδομηθεί μία ριζοσπαστική κοινωνική βάση. Αν και η πρόσβαση σε βασικά αγαθά, στην εκπαίδευση και στην υγεία δεν είναι μικρής σημασίας, ωστόσο δεν αλλάζει ριζικά την αναπαραγωγή των ταξικών ανισοτήτων και την άνιση κατανομή της εξουσίας.

Ούτε απαραίτητα ενθαρρύνουν την κινητοποίηση, την εκπαίδευση και τη συγκρότηση πολιτικών σχηματισμών, που χρειάζονται οπωσδήποτε σε ένα εγχείρημα μακροπρόθεσμου μετασχηματισμού. Δεν αρκεί να καταφέρεις ένα χτύπημα στο νεοφιλελευθερισμό αν δεν συγκροτήσεις μία στρατηγική μετάβασης που θα προσβλέπει σε μία μετακαπιταλιστική κοινωνία.

Το παράδειγμα της Βενεζουέλας

Η Βενεζουέλα είναι η μοναδική χώρα που επιχείρησε να μεταβεί σε ένα μετα-νεοφιλελεύθερο εγχείρημα, ανοίγοντας το δρόμο για μία μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος και την απεργία πετρελαίου το 2002, ο Hugo Chavez συνειδητοποίησε ότι η κοινωνική του ατζέντα μπορούσε να πάει ένα βήμα παραπέρα, μόνο εάν στρεφόταν σε μία πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση στη βάση της λαϊκής συμμετοχής. Το όραμα του Chavez για τον «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» φιλοδοξούσε να οικοδομήσει ένα κοινοτικό κράτος, που θα συνοδευόταν από έναν επαναστατικό ακτιβισμό  και από τον πρωταγωνιστικό ρόλο του λαού.

Οι Μπολιβαριανές Αποστολές στη Βενεζουέλα είναι ένα ευρύ σύνολο κοινωνικών προγραμμάτων που αγγίζει μία σειρά ζητημάτων από τη μείωση της φτώχειας, τη σίτιση, την εστίαση, την εκπαίδευση και την ιατρική περίθαλψη μέχρι τα δικαιώματα των ιθαγενών. Αλλά, πέρα από την υλική αναδιανομή στη Βενεζουέλα, σημαντικό ρόλο έπαιξε η προσπάθεια να μετασχηματιστεί η πολιτική κουλτούρα των μαζών, με την όλο και μεγαλύτερη οργάνωση των από τα κάτω, την ταξική συνείδηση και την λαϊκή κινητοποίηση.

Οι Μπολιβαριανές Αποστολές συνοδεύτηκαν από νέους μηχανισμούς πολιτικής συμμετοχής. Τα κοινοτικά συμβούλια εξουσιοδότησαν το λαό να αποφασίζει για μία σειρά ζητημάτων στην καθημερινότητά του, από την υγεία μέχρι το νερό και τις μεταφορές. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στοιχεία αυτών των διαδικασιών αποτυπώνουν έναν ριζοσπαστισμό που διακρίνει το εγχείρημα της Βενεζουέλας από τα υπόλοιπα εγχειρήματα της ροζ παλίρροιας, προωθώντας την ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα πέρα από την κρατική γραφειοκρατία και το μετασχηματισμό της κοινωνικής συνείδησης.

Παρ’ όλα αυτά, τα όρια του σοσιαλιστικού εγχειρήματος στη Βενεζουέλα έγκεινται επίσης στις δομικές αντιφάσεις αυτής τις διαδικασίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στη Βενεζουέλα, εξακολουθούσε να υπάρχει μία βασική αντίφαση μεταξύ της επέκτασης του πρωταγωνιστικού ρόλου του λαού και της αποτυχίας να συνδυάσει αυτές τις διαδικασίες με μία πλήρως κοινωνικοποιημένη παραγωγική ιδιοκτησία.

Η εθνικοποίηση του πετρελαίου και άλλων βιομηχανιών αποτύπωνε σημαντικά βήματα στη ρήξη με τον καπιταλισμό και στην εγκαθίδρυση του κοινωνικού ελέγχου στην οικονομία. Αλλά αυτές οι προσπάθειες συχνά αποτελούσαν άμεσες αποκρίσεις κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης και όχι μέρος ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδίου για κοινωνικό μετασχηματισμό.

Επιπλέον, η προσπάθεια αυτή θα ήταν πάντα οριοθετημένη εξαιτίας της ανικανότητάς της να ξεφύγει από το εξορυκτικό μοντέλο, το οποίο, όπως περιγράφτηκε παραπάνω, είναι φύσει αντιδημοκρατικό. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες να διοχευτευθούν τα πετρελαϊκά κεφάλαια για να διαφοροποιηθεί η οικονομία μέσω ενός  συνεταιριστικού συστήματος, αυτές οι προσπάθειες ήταν ανίκανες να αυτοσυντηρηθούν ανεξάρτητα από τις κυβερνητικές επιδοτήσεις που τις στήριζαν.

Η εξάρτηση από επιδοτούμενες εισαγωγές τροφίμων και άλλων βασικών αγαθών άφησαν άθικτο το από τα πάνω ραντιέρικο μοντέλο. Χωρίς οικονομική διαφοροποίηση, οι τοπικές επιχειρήσεις παρέμεναν αφοσιωμένες αποκλειστικά στις εισαγωγές και όχι στην παραγωγική βιομηχανία.

Αυτό οριοθέτησε την πραγματική λαϊκή συμμετοχή. Πέρα από μία σημαντική άνοδο του πρωταγωνιστικού ρόλου του λαού, το γεγονός ότι αυτές οι νέες μορφές οργάνωσης δεν είχαν ρίζες στις παραγωγικές σχέσεις της βενεζουελάνικης κοινωνίας, σήμαινε ότι ήταν μη βιώσιμες. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός περιορίστηκε κυρίως στην πολιτική σφαίρα, λαμβάνοντας χώρα μόνο σε τοπικό επίπεδο, χωρίς να θεμελιώνεται στην παραγωγική βάση της οικονομίας.

Αυτό σημαίνει ότι είναι οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την κρατική γραφειοκρατία και την παγκόσμια αγορά που τελικά θα επηρεάσουν τη ζωή του λαού. Στη Βενεζουέλα αυτό το από τα πάνω μοντέλο συνοδεύτηκε από μία εκτεταμένη διαφθορά στην κρατική γραφειοκρατία, την οποία η λαϊκή κινητοποίηση δεν μπορούσε να υπερβεί.

Αυτές οι λανθάνουσες αντιφάσεις έχουν ξεσκεπαστεί από την τρέχουσα οικονομική κρίση. Η κατακόρυφη πτώση της τιμής του πετρελαίου στέρησε την πρόσβαση των φτωχότερων τμημάτων της κοινωνίας σε τρόφιμα και φάρμακα. Ακόμα και αν  οι τρομακτικές ιστορίες πείνας, απόγνωσης και αποτυχίας του σοσιαλισμού, που παρουσιάζονται από τα συμβατικά μίντια, αποτελούν πολιτικά υποκινούμενες υπερβολές, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το εγχείρημα της Βενεζουέλας έχει αποδειχτεί μη βιώσιμο.

Όπως και οι ομόλογοί του, ο Maduro έχει στραφεί απεγνωσμένα στις καναδέζικες εταιρείες εξόρυξης για να αντισταθμίσει τις ελλείψεις σε δολάρια. Η ελπίδα για τη Βενεζουέλα βρίσκεται στην ενδυνάμωση των λαϊκών τάξεων, που έχουν εκκινήσει από τα κάτω πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, όπως κοινοτικά δίκτυα για την παραγωγή και την κατανάλωση βασικών αγαθών για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Αριστερός Νεοφιλελευθερισμός

Η εμπειρία των αριστερών κυβερνήσεων στην εξουσία είναι αντιπροσωπευτική των προβλημάτων που προκύπτουν όταν προσπαθείς να οικοδομήσεις έναν καπιταλισμό με «ανθρώπινο πρόσωπο»,  ή έναν καπιταλισμό «των Άνδεων-Αμαζονίου» χωρίς να κάνεις ένα βήμα παραπέρα. Αν και υπήρχε μία σκληρή αντι-νεοφιλελεύθερη πλατφόρμα, με την εξαίρεση της Βενεζουέλας, λίγα βήματα έγιναν προς μία κατεύθυνση ολοκληρωτικής ρήξης με την προηγούμενη τάξη πραγμάτων.

Αντιθέτως, το αποτέλεσμα ήταν αυτό που κάποιοι αποκαλούν ως «αριστερό νεοφιλελευθερισμό», όπου οι νέες κυβερνήσεις συνέχισαν να διοικούν μία μετα-νεοφιλελεύθερη κοινωνία, χωρίς να μπορούν να υπερβούν τον καπιταλισμό. Μέχρι στιγμής, δεν κατάφεραν ούτε να αποτρέψουν τις αντιφάσεις που προέκυπταν από τις δραστηριότητες του παγκόσμιου καπιταλισμού στη Λατινική Αμερική από το να εξελιχθούν σε κρίση, ούτε κατάφεραν να προετοιμάσουν τις μάζες να οργανωθούν και να προτείνουν τις δικές τους λύσεις για ένα βήμα παρακάτω. Αυτό πρέπει να αλλάξει, αν αυτές οι κυβερνήσεις θέλουν να παραμείνουν στην εξουσία.

Μπροστά στην κρίση, οι άνθρωποι θέλουν αλλαγή. Ο Αντιπρόεδρος της Βολιβίας, Álvaro García Linera, έχει δηλώσει ότι η Δεξιά δεν έχει καμία εναλλακτική πρόταση. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που προτείνουν μοιάζουν με εκείνες που εφαρμόστηκαν τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 και που αρχικά προκάλεσαν οικονομική ασφυξία και λαϊκές κινητοποιήσεις. Ακόμα και μετά από μία δεκαετία στην εξουσία, οι κυβερνήσεις της ροζ παλίρροιας μοιάζουν ανίκανες να υπερβούν το αδιέξοδο και να παράσχουν μία εναλλακτική στις οικονομικές συμφορές των ανθρώπων.

Αντί να εφαρμόζουν πολιτικές υπέρ των αγορών και να προχωρούν σε συμφωνίες με μερίδες της ελίτ, πρέπει να προωθήσουν μία λύση για την κρίση μέσω της ενίσχυσης του πρωταγωνιστικού ρόλου του λαού με την κινητοποίησή του, την ενοποίησή του και την εκπαίδευση. Μπροστά στην κρίση, ο λαός πρέπει να είναι έτοιμος να οικοδομήσει έναν άλλο τύπο κοινωνίας.

Αυτό περιλαμβάνει την ενδυνάμωση της πολιτικής συνείδησης και της συλλογικής οργάνωσης για να προστατευτούν οι κοινωνικές κατακτήσεις που έλαβαν χώρα υπό τις προοδευτικές κυβερνήσεις, τη διάθεση περισσότερου χώρου για κοινωνική δράση για να περιοριστεί η εξάπλωση του καπιταλισμού, αλλά και την οικοδόμηση μιας οικονομίας προσανατολισμένης στην κοινωνία και στην οικολογία, μακριά από τον εξορυκτικό καπιταλισμό.

Αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί απλά με την αυθόρμητη αυτενέργεια, ούτε μπορεί να πραγματοποιηθεί με τις από τα πάνω αποφάσεις τεχνοκρατών. Τα πολιτικά κόμματα πρέπει να δοκιμάσουν την αυτοκριτική και το διάλογο σε εθνικό επίπεδο με τα λαϊκά κινήματα γύρω από το είδος του κοινωνικού, οικολογικού και οικονομικού μοντέλου που χρειάζεται ο λαός, ένας διάλογος που θα έχει πραγματικό αντίκτυπο στο πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος. Το βασικό μέλημα πρέπει να είναι η απομάκρυνση από το εξορυκτικό μοντέλο και η προσέγγιση μία κοινωνικοποιημένης οικονομίας, που θα είναι οικολογικά βιώσιμη.

Ένα σημαντικό παράδειγμα αριστερής εναλλακτικής είναι η εμφάνιση της ALBA στην ήπειρο, το εγχείρημα των κοινωνικών κινημάτων. Ο στόχος των κινημάτων της ALBA είναι η οικοδόμηση ενός ηπειρωτικού δικτύου κοινωνικών κινημάτων, με στόχο να κινητοποιήσει, να ενοποιήσει και να εκπαιδεύσει διαφορετικούς τομείς του λαϊκού κινήματος γύρω από ένα κοινό σχέδιο, από τους αγρότες, τους ιθαγενείς και τις αφρικανικές κοινότητες, μέχρι τους φοιτητές, τους εργάτες και τους συνεταιρισμούς.

Η απάντηση της ALBA στην τωρινή συγκυρία είναι η «δημιουργία μιας εναλλακτική πρότασης που θα βασίζεται στη λαϊκή εξουσία», η οποία «θα αναζητεί μία λύση [στην κρίση] σύμφωνα με τα συμφέροντα των λαϊκών οργανώσεων». Αυτό ισοδυναμεί με τη συνέχιση του αγώνα για την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής, μετα-καπιταλιστικής οικονομίας που θα μπορεί να είναι «σοσιαλιστική, οικολογική, κοινοτική, φεμινιστική και αυτάρκης».

Μπροστά σε ένα ξοφλημένο μοντέλο, διαδικασίες σαν την ALBA θα παίξουν κομβικό ρόλο στην οικοδόμηση «πολιτικών υποκειμένων», ικανών να δρουν ως δυνάμεις ριζικής αλλαγής. Οι κυβερνήσεις της ροζ παλίρροιας μπορεί να έχουν αποτύχει στο να δαμάσουν τον καπιταλισμό, αλλά αυτό που οραματίστηκε ο Περουβιανός δημοσιογράφος και σοσιαλιστής ακτιβιστής José Carlos Mariátegui ως «σοσιαλισμός της δικής μας Αμερικής» αποτελεί ακόμα ένα εγχείρημα, για το οποίο αξίζει να αγωνιστούμε.

Πηγή: Jacobin

Εκτύπωση άρθρου