Για τη Βραζιλία και γιατί πρέπει να μας προβληματίσει

Του Κωνσταντίνου Ζαφείρη

 

Είναι σαφές πλέον ότι η Λατινοαμερικάνικη δεξιά παίρνει την εκδίκηση της. Η άνοδος της δεξιάς στη Βραζιλία, πέρα από ένα σοκ, αποτελεί και έναν σοβαρό κίνδυνο για το λαό τόσο της ίδιας όσο και των υπολοίπων χωρών της περιοχής, καθώς η Βραζιλία πάντα αποτελούσε έναν κόμβο που επηρεάζει το σύνολο της ηπείρου. Το επικίνδυνο δεν είναι ότι η Δεξιά ξαναβρίσκει το δρόμο προς την εξουσία, αλλά και τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που πλέον έχει. Για πρώτη φορά δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μία νεοφιλελεύθερη ή αυταρχική δεξιά, αλλά με μία ανοιχτά φασιστική -στα πρότυπα του δυτικού φασισμού- δεξιά.

Παρά την κακή παράδοση των δικτατοριών, η δεξιά στο σύνολο της Λατινικής Αμερικής ποτέ, μέχρι σήμερα, δεν είχε μια ισχυρή φασίζουσα τάση. Η άκρα δεξιά για τις χώρες τις Λ.Α. ήταν μέχρι σήμερα η ακραία νεοφιλελεύθερη δεξιά, που καμία σχέση ιδεολογικά ή και στον λόγο της δεν είχε με την φασιστική ή και ναζιστική παράδοση της Ευρώπης. Για αυτό ακριβώς το λόγο η περίπτωση της Βραζιλίας αποτελεί ένα γεμάτο τρόμο ξάφνιασμα για τους λαούς της Λ.Α. Πώς φτάσαμε όμως εδώ;

Η προοδευτική στροφή

Τα τελευταία 20 χρόνια πολλοί μιλούσαν για μια προοδευτική στροφή της ηπείρου προς τα Αριστερά. Η μπολιβαριανή επανάσταση στην Βενεζουέλα, το νέο πολυεθνικό κράτος του Μοράλες στην Βολιβία, η περιβόητη διαγραφή του χρέους και η Αριστερή διακυβέρνηση Κορέα στο Εκουαδόρ, και φυσικά οι προοδευτικές κυβερνήσεις σε Αργεντινή και Βραζιλία. Εκεί στην αυγή του 21ου αιώνα φαινόταν ότι η νεοφιλελεύθερη επίθεση της δεκαετίας του 1990 και η κοινωνική καταστροφή που επέφερε έδωσε στην Αριστερά όλων των ταχυτήτων (και αποχρώσεων) μια κοινωνική αποδοχή. Φαινόταν ως η μόνη πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να δώσει ένα τέλος στον κόσμο της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, μάλιστα, δεν είχαμε να κάνουμε μόνο με μία ψήφο ανάθεσης (όπως έγινε πρόσφατα στο Μεξικό με την νίκη του Λόπεζ Ομπραδορ), αλλά με ένα ισχυρό κίνημα που στήριξε και οργανώθηκε στις γραμμές αυτών των αριστερών εγχειρημάτων με πάθος για την αλλαγή και την ελπίδα. Άλλωστε και οι πολιτικές οργανώσεις της αριστεράς, σε πολλές περιπτώσεις, ξεπήδησαν μέσα από αντινεοφιλελεύθερα και αντιαυταρχικά κινήματα δίνοντας την εικόνα ότι δεν αποτελούν μέρος του θεσμικού πολιτικού κινήματος –ότι είναι δηλαδή κάτι νέο, που έρχεται από το λαό για τον λαό.

Η ευρωπαϊκή Αριστερά άρχισε κι αυτή να κοιτά με ενδιαφέρον και ελπίδα αυτά τα εγχειρήματα, προσπαθώντας να δει τα παραδείγματα του 21ου αιώνα. Η σχέση των κυβερνήσεων με τα κινήματα, από όπου και αναδείχθηκαν, οι υποσχέσεις για μία διαφορετική, πιο αμεσοδημοκρατική φυσιογνωμία και οργάνωση, αλλά και οι επιθετικές αντι-αμερικανικές και αντι- νεοφιλελεύθερες κινήσεις φαίνονταν σα να μπορούσαν  να επανορίσουν, για μεγάλο μέρος της Αριστεράς, το ερώτημα της εξουσίας, μακριά από τα σοβιετικού τύπου αυταρχικά τερατουργήματα. Στις αρχές του 21ου αιώνα ένας νέος κόσμος φαινόταν να αναδύεται, γεμάτος πειραματισμούς και ελπίδα.

Οι μεταρρυθμίσεις που προωθήθηκαν από τις εν λόγω προοδευτικές κυβερνήσεις αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης από κύκλους της αριστερής διανόησης, ενώ τα πιο εμφανή αρνητικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά (προσωπολατρία, εθνικισμός) είτε θεωρήθηκαν συγκυριακές μικρο-αδυναμίες προς διευθέτηση είτε ακόμα και Λατινοαμερικάνική ιδιαιτερότητα.

Η κατάρρευση της αυταπάτης

Λίγα χρόνια μετά αυτή την ελπιδοφόρα αρχή, τα πρώτα αρνητικά ερωτηματικά άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους, με πρώτο και πιο σημαντικό το φαινόμενο της διαφθοράς που φάνηκε, μετά από ένα μικρό διάλειμμα, να επιστρέφει -όπως και αυταρχικές και πατερναλιστικές πολιτικές που άφηναν το λαό και τα κινήματα σε ρόλο χειροκροτητή των «καλών αρχηγών και κυβερνήσεων».

Μια εύκολη και βολική κριτική είναι η επικέντρωση στη τεράστια επίθεση που δεχτήκαν πολλά από αυτά (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Βενεζουέλα) από το διεθνές και ντόπιο κεφάλαιο, παράγοντας μια μη διατηρήσιμη οικονομική κρίση, που μέσω του πληθωρισμού που επέφερε έφτασε πολύ γρήγορα στην κοινωνία και στα κατώτερα λαϊκά στρώματα. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει ότι ξαφνιάστηκε από αυτή την επίθεση ή ότι δεν ήξερε ότι το κεφάλαιο ως σχέση θα επαναδιεκδικήσει την θέση του εντός του συλλογικού κεφαλαιοκράτη, εντός του κράτους δηλαδή.

Η αρχική οργή και αντίδραση των ανθρώπων, που είχε βρει στέγη και στόχευση μέσα σε όλα αυτά τα εγχειρήματα, έμεινε ακηδεμόνευτη και πιο απογοητευμένη αυτή τη φορά. Η κρίση εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς και στους πολιτικούς δεν μπορούσε να βρει μια ριζοσπαστική και χειραφετητική μορφή αντίδρασης, καθώς οι Αριστερές κυβερνήσεις -ορίζοντας ένα μονοπώλιο ριζοσπαστικότητας και προοδευτικότητας- απέκτησαν μια λογική καταστολής οποιασδήποτε φωνής και αντίστασης δεν στρατεύονταν μαζί τους. Η λογική ήταν «ή μαζί μας ή εναντίον μας».

Φυσικά, ο μόνος πολιτικός αντίπαλος που νομιμοποιήθηκε ως τέτοιος ήταν η δεξιά, με οποιαδήποτε αντιεξουσιαστική απάντηση να εξοντώνεται. Μέσα λοιπόν από αυτό το περίεργο πολιτικό αβαντάρισμα, η δεξιά αναδείχθηκε ως η μοναδική εναλλακτική, ανακτώντας την επικοινωνία με κομμάτι των μαζών –έγινε δηλαδή ο μοναδικός αναγνωρισμένος ενδεχόμενος αντίλογος. Αυτή λοιπόν η μίξη οργής, αντιαριστερής προδιάθεσης και δεξιού ενδεχομένου διακυβέρνησης έφερε στο προσκήνιο νέες ακροδεξιές τάσεις.

Εδώ, όμως, προκύπτει το ερώτημα: ήταν όντως κακές οι κυβερνήσεις που γνωρίσαμε, μελετήσαμε και ελπίσαμε στην Λατινική Αμερική; Η απάντηση είναι όχι. Ήταν απλώς κυβερνήσεις, διαχειριστές του κράτους και της εξουσίας και μια ακόμη απόδειξη ότι, όταν η κατάληψη της εξουσίας και του κράτους γίνεται στόχος, η προσαρμογή σε αυτή και τους όρους της είναι δεδομένη, με αποτέλεσμα να χάνεται σιγά-σιγά κάθε ριζοσπαστικότητα. Άλλωστε, πώς γίνεται να ξεπεράσεις την οποιασδήποτε μορφής αλλοτρίωση μέσα από αλλοτριωμένα μέσα;

Οι προοδευτική στροφή δεν έμεινε στην μέση, απλά δε μπορούσε να πάει παραπέρα, καταφέρνοντας τελικά να σκοτώσει την ελπίδα και να φέρει κινηματική αμηχανία, δίνοντας όλο τον απαραίτητο χώρο στη δεξιά να πάρει κεφάλι, με πολύ πιο επιθετικές αυτή τη φορά μορφές και μεταλλάξεις.

Ο θάνατος της ελπίδας;

Και εδώ μπαίνει το βασικό ερώτημα: Μπορεί η παραδοχή ότι χάσαμε, ότι και τα τελευταία πειράματα κοινωνικής αλλαγής καταρρέουν, να μας οδηγήσει στη σκέψη ότι τίποτα δεν αλλάζει και ότι συνεχώς θα είμαστε σε μία θέση άμυνας απέναντι στην επιθετικότητα ενός παντοδύναμου καπιταλισμού;

Η απάντηση είναι όχι -η κοινωνική αλλαγή και η επανάσταση δεν είναι απλά προβολή μιας ή περισσότερων ιδεολογικά προκαθορισμένων επιθυμιών μας, είναι μια καθημερινή και αναγκαία πραγματικότητα. Αυτός που έχασε δεν είναι η αναγκαιότητα για αλλαγή, αλλά η λογική της αλλαγής μέσα από την αλλαγή διαχειριστή, μέσα από μια άλλη «καλή» εξουσία, που θα έρθει να εκπροσωπήσει μια διαφορετική κοινωνική συμμαχία. Τα προοδευτικά κυβερνητικά πειράματα στην Λ.Α. απλά πραγματοποίησαν το ίδιο πείραμα που πραγματοποιήθηκε στη Ρωσία, την Κίνα, την Τσεχοσλοβακία, την Αλβανία, αλλά και την Ιταλία του μεγάλου συμβιβασμού ή την θεσμική στροφή του αγγλικού εργατικού κόμματος, και τόσες άλλες παραλλαγές της εξουσιαστικής διαχείρισης, επιβεβαιώνοντας ότι, όσες φορές και να επαναληφθεί το ίδιο πείραμα, θα βγάζει ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα. Άρα, αν κάνουμε μια θετικιστική προσομοίωση, απλώς απέδειξαν ότι οποιαδήποτε εξίσωση βάζει το κράτος εντός της επαναστατικής πράξης καταλήγει στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, την κατάρρευση της ίδιας της εξίσωσης. Αυτή η λογική είναι που ξανά-έχασε, και θα χάνει συνέχεια, μην μπορώντας να καταλάβει ότι το κράτος και η εξουσία δεν είναι στοιχεία ξεχωριστά από την καπιταλιστική παραγωγή και την κίνηση του κεφαλαίου. Είναι κοινωνικές σχέσεις που προέκυψαν από την ανάπτυξη του κεφαλαίου για να εξυπηρετούν την ομαλή αναπαραγωγή του, είναι ένα εργαλείο όχι της κυρίαρχης τάξης ή της τάξης που έχει την εξουσία, αλλά της ανεξέλεγκτης ενέργειας του κεφαλαίου.

Το ερώτημα που προκύπτει λοιπόν είναι πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή την καταπιεστική για εμάς κίνηση του κεφαλαίου και της εξουσίας. Η απάντηση είναι: έξω και ενάντια από αυτή την σχέση. Χτίζοντας της δικές μας αντιστάσεις και οργανώνοντας την ζωή μας όσο το δυνατόν πιο αυτόνομα και δημιουργικά, έχοντας μια απάντηση για το σήμερα όχι για ένα μετεπαναστατικό αύριο ή για μια δευτέρα παρουσία του κομμουνισμού.

Ο Μπένγιαμην περιγράφει αυτό το αδιέξοδο λέγοντας ότι: «Πρέπει, λένε, να είχε υπάρξει ένας αυτόματoς μηχανισμός που να ήταν κατασκευασμένος έτσι, ώστε να κερδίζει μια παρτίδα στο σκάκι, απαντώντας σε κάθε κίνηση του αντιπάλου με μία αντίθετη. Μια κούκλα με τουρκική στολή, στο στόμα ένα ναργιλέ, καθόταν μπροστά στη σκακιέρα, που ήταν τοποθετημένη σε ένα απλόχωρο τραπέζι. Ένα σύστημα καθρεπτών δημιουργούσε την ψευδαίσθηση πως αυτό το τραπέζι ήταν διαφανές από όλες τις πλευρές. Στην πραγματικότητα, ένας καμπούρης νάνος, που ήταν πρωταθλητής στο σκάκι, καθόταν εκεί μέσα και κατεύθυνε το χέρι της κούκλας με νήματα. Κάποιος μπορεί να φανταστεί ένα αντίστοιχο αυτού του μηχανισμού στη φιλοσοφία. Η κούκλα, που ονομάζεται “ιστορικός υλισμός” είναι απαραίτητο να κερδίζει πάντοτε. Μπορεί δίχως άλλο να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε, εάν δέχεται τις υπηρεσίες της θεoλoγίας, η οποία σήμερα, όπως ξέρουμε, είναι κοντή και κακόμορφη και πρέπει να κρατιέται έξω απ’ το προσκήνιο

Στο παραπάνω απόσπασμα ο Μπένγιαμην, μέσα από μια πλατωνικά παραστατική αφήγηση, μας ζωγραφίζει το θεωρητικό μοντέλο που κυριαρχεί στην αριστερή πολιτική σκέψη -και όχι μόνο. Μας λέει συγκεκριμένα για τον ιστορικό υλισμό, αλλά η συγκεκριμένη κριτική είναι ξεκάθαρα μια κριτική στην ίδια την Θεολογία ως αναλυτική λογική, ως βάση και, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμα και ως προσπάθεια παρέκβασης από την ουσιοκρατία. Η ουσιοκρατία παραμένει όμως πάντα ο πυρήνας της λογικής – όλα γίνονται ή πρέπει να γίνουν για κάποιο λόγο. Στη Λογική της Θεολογίας το πρόβλημα, το ζητούμενο και η αντιπαράθεση γίνεται στο λόγο, την αιτία, το ηθικό, τον τελικό σκοπό. Μπορεί να αμφισβητηθεί δηλαδή η αρχή ή το τέλος της λογικής επεξεργασίας, όχι όμως η ιδία η δομή της επεξεργασίας, που αναζητά αρχή και τέλος εμπλουτισμένα με μία πειστική αφήγηση. Η απάντηση μας, λοιπόν, είναι αρχικά στη αλλαγή μοντέλου σκέψης. Η σκέψη από επαγωγική πρέπει να γίνει καταστροφική και παραγωγική.

Πολύ πιο απλά, να χτίσουμε τον δικό μας κόσμο και όχι να αλλάξουμε αυτόν που έχουμε.

Η ελπίδα δεν έχει πεθάνει, αλλά ίσως δεν θέλουμε να την δούμε, καθώς δεν αποτελεί ένα συγκεκριμένο σύστημα αντιπαράθεσης, με αρχή μέση και τέλος, αλλά πολλά διαφορετικά και αντιφατικά σχέδια και καθημερινότητες. Δεν είναι η ελπίδα, αλλά οι ελπίδες που απελευθερώνουν την ενέργεια χιλιάδων διαφορετικών υποκειμένων με χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους.

 

Εκτύπωση άρθρου